Με αρθρογραφία σε ρυθμό «πυρ κατά βούληση» εξαπέλυσε χθες την επίθεσή της η αντιπολίτευση, επιχειρώντας να ασκήσει τη δική της πίεση στην κυβέρνηση προκειμένου να υπογράψει συμφωνία με τους δανειστές-εταίρους, ώστε, όπως λένε οι εκπρόσωποί της, να μην τεθεί σε κίνδυνο η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια.
Διόλου τυχαία οι παρεμβάσεις αυτές, και μάλιστα σε επίπεδο δύο πρώην πρωθυπουργών, των Αντώνη Σαμαρά και Γιώργου Παπανδρέου, συνέπεσαν ημερολογιακά με τη δεύτερη «αυθόρμητη» κινητοποίηση του «φιλο-ευρωπαϊκού» και αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου στο Σύνταγμα.
■ Ο πρόεδρος της Ν.Δ., ο οποίος κατά τ’ άλλα ομνύει στη «μεγάλη εθνική συνεννόηση», με άρθρο του στη «Ναυτεμπορική», κατηγορεί την κυβέρνηση ότι «κατάφερε μέσα σε πέντε μήνες να φέρει τη χώρα πίσω στα ελλείμματα, στην ύφεση και στην ανάγκη νέου Μνημονίου», ενώ σημειώνει ότι «η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να οδηγήσει σε καταστροφή την Ελλάδα». Ο κ. Σαμαράς, αφού καταλογίζει στην κυβέρνηση «τερατώδη ψέματα που δηλητηρίασαν την κοινωνική συνοχή και διέσυραν τη χώρα στο εξωτερικό», απευθύνεται στις λοιπές πολιτικές δυνάμεις του «ευρωπαϊκού μετώπου», δηλαδή αυτές «που θέλουν για την Ελλάδα ένα μέλλον ευρωπαϊκό: παραμονή στο ευρώ, με τολμηρές μεταρρυθμίσεις, εκτενείς ιδιωτικοποιήσεις, όχι με φορο-καταιγίδα και μεγάλο κομματικό κράτος». Στην ουσία δηλαδή επαναφέρει το μνημονιακό πρόγραμμα για το οποίο καταψηφίστηκε στις εκλογές του Ιανουαρίου και προκάλεσε τη συρρίκνωση της Ν.Δ.
■ Με δικό του άρθρο στην ίδια εφημερίδα ο Γ. Παπανδρέου εξαπολύει σκληρή επίθεση στην κυβέρνηση, η οποία, όπως λέει, «χαμένη στις κόκκινες γραμμές, εγκλωβίστηκε στον ιστό της αράχνης που έστησε η ίδια». Υιοθετώντας την κινδυνολογία του φιλελεύθερου χώρου ο πρώην πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση «εκθέτει σε κίνδυνο τη μεγαλύτερη κατάκτηση της Ελλάδας, που είναι η συμμετοχή της στον πυρήνα των ανεπτυγμένων χωρών του κόσμου». Η αντήχηση από τους ισχυρισμούς των φιλοευρωπαίων «αγανακτισμένων» περί «κινδύνου να γίνουμε Βόρεια Κορέα» και περί «τελευταίου σοβιετικού κράτους» είναι κάτι παραπάνω από εμφανής.
■ Συναφείς προβληματισμούς, με ικανή δόση κινδυνολογίας, ανέπτυσσε μία ημέρα νωρίτερα, μέσω του «Βήματος», ο Ευάγγελος Βενιζέλος, λέγοντας ότι «δεν είναι καθόλου συνηθισμένο ένα ανεπτυγμένο κράτος-μέλος της Ε.Ε. και της ζώνης του ευρώ να τίθεται οικειοθελώς υπό συνθήκες ολικής αβεβαιότητας για τη θεσμική και νομισματική ταυτότητά του». Ο τέως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ προβλέπει πως η όποια συμφωνία «απλώς θα έρθει καθυστερημένα και ταπεινωτικά, με όρους Βερσαλλιών του 1919 και όχι Λωζάννης του 1923. Με την Ελλάδα να βρίσκεται ως μαύρη τρύπα στο περιθώριο του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, επειδή κάποιοι είδαν τον εαυτό τους ως μετενσάρκωση του Μπολιβάρ». Εδώ ουσιαστικά επιχειρείται να επανακάμψει η θεωρία της Ελλάδας ως «κράτους-παρία», μιας χώρας μοναδικής περίπτωσης στην Ε.Ε, θεωρία η οποία πλέον έχει εγκαταλειφθεί ακόμα και από τους εμπνευστές της, στον βαθμό που έχει καταστεί κοινός τόπος ότι η χρηματοπιστωτική κρίση έχει δομικό χαρακτήρα.
■ Στην ομοβροντία κατά της κυβέρνησης και στην άσκηση πολιτικής πίεσης συνέβαλαν με τις δικές τους δυνάμεις νυν και πρώην στελέχη του τέως ιστορικού μεταπολιτευτικού δικομματισμού. «Ο κ. Τσίπρας θα πρέπει να ξοδέψει το πολιτικό του κεφάλαιο για μια συμφωνία» υπογραμμίζει σε άρθρο του στους «Financial Times» ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σημειώνοντας ότι «αυτό μπορεί να του στοιχίσει την υποστήριξη μερίδας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θα έχει προσφέρει πραγματικά υπηρεσία στην Ελλάδα». Και εδώ, επίσης, είναι εμφανής ο απόηχος της «νουθεσίας» των δανειστών να απομακρύνει ο Αλέξης Τσίπρας τους «ακραίους» του κόμματός του και να τα βρει με το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ.
■ Από την πλευρά του ο Κώστας Σκανδαλίδης, μέσω των «Νέων», καλεί την κυβέρνηση «να αναλάβει τις ευθύνες της, να κυβερνήσει τον τόπο» και τον πρωθυπουργό «να αλλάξει ρότα τώρα, γιατί δεν θα ήθελε να βρεθεί υπόλογος στην Ιστορία». Οσο για το ενδεχόμενο ρήξης και εκλογών ή δημοψηφίσματος, εκτιμά ότι θα «οδηγούσε τη χώρα σε “τριτοκοσμοποίηση” και τον λαό σε περαιτέρω φτωχοποίηση».
Ο Γιάννης Ραγκούσης
■ Περισσότερο επιθετικός φραστικά, από τις σελίδες της ίδιας εφημερίδας, ο Γιάννης Ραγκούσης αναρωτιέται «πόσα ρισκάρει στο τραπέζι του άθλιου πολιτικού τζόγου η Ελλάδα του Τσίπρα;», ενώ υποστηρίζει ότι ο πρωθυπουργός μπορεί σήμερα και διαπραγματεύεται «επειδή έχει να πληρώσει μισθούς και συντάξεις χάρη στις αποφάσεις εκείνων που από το 2010 υβρίζει». Και στο ίδιο «κόσμιο» ύφος συμπληρώνει: «Αλλά κάποιος που ανδρώθηκε πολιτικά στην Ελλάδα της κρίσης, είναι αδίστακτος. Δεν έχει όρια η αυτοτροφοδοτούμενη δημαγωγία του».
Η χρονική σύμπτωση αυτών των παρεμβάσεων, και και η ουσία του περιεχομένου τους, αντανακλούν ουσιαστικά και τη διχοτομία που αποτυπώθηκε εκλογικά τον Ιανουάριο (Μνημόνιο – αντιμνημόνιο), και συνεχίζει να εκφράζεται δημοσκοπικά το τελευταίο διάστημα.
