«Παίρνουμε τη διαπραγμάτευση στα χέρια μας. Γκρεμίζουμε τη λιτότητα» ήταν το κεντρικό σύνθημα των χθεσινών συγκεντρώσεων σε Αθήνα, Λονδίνο, Βερολίνο, Αμστερνταμ, Παρίσι, Βιέννη και Βρυξέλλες, σε μια ένδειξη ανάκαμψης των λαϊκών αντιδράσεων απέναντι στις προσπάθειες στραγγαλισμού της ελληνικής οικονομίας από τους θεσμούς.
Ανεξάρτητα από τη σημασία που θα έχει η έκβαση της διαπραγμάτευσης για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αυτή την περίοδο το διακύβευμα για την Ευρώπη είναι τεράστιο, ασχέτως εάν στην Ελλάδα, λόγω συγκυρίας, μόνο ακροθιγώς γίνονται αναφορές σε αυτό.
Συγκεκριμένα, στη σύνοδο κορυφής, στις 25 και 26 του μήνα, θα ληφθούν αποφάσεις τόσο για τα θέματα «ασφάλειας», με την ψυχροπολεμική ρητορική κυρίως εναντίον της Ρωσίας να κλιμακώνεται, όσο και για τη λεγόμενη «οικονομική διακυβέρνηση». Η τελευταία θα σημάνει την περαιτέρω ενίσχυση της εξουσίας των οργάνων της ευρωζώνης, τα οποία θα μπορούν πλέον να αίρουν πλήρως τη δημοσιονομική κυριαρχία των κρατών, αλλάζοντας ακόμα και αποφάσεις των εθνικών κοινοβουλίων.
Οι εξελίξεις αυτές συμπυκνώνονται στην εξίσωση που μπορεί να συνοψιστεί ως περισσότερη στρατιωτικοποίηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, συν μεγαλύτερη αδιαφάνεια και έλλειμμα δημοκρατίας.
Οι εξελίξεις στο «ελληνικό πρόβλημα» είναι ίσως μια γενική δοκιμή για το καθεστώς που προετοιμάζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο: οι αποφάσεις λαμβάνονται πίσω από κλειστές πόρτες και εξωθεσμικά από το διευθυντήριο της Ε.Ε. και εφαρμόζονται από όργανα αποτελούμενα από απρόσωπους γραφειοκράτες.
Η σημερινή άνιση αναμέτρηση της ελληνικής κυβέρνησης με τους θεσμούς αποτελεί το προείκασμα της αυριανής ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, η οποία θα βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα των δημοκρατικών προσδοκιών των λαών της ηπείρου.
Αυτή την πολιτική, που τείνει να παγιωθεί στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, μόνο η Αριστερά μπορεί να την ανατρέψει, προβάλλοντας ένα πειστικό εναλλακτικό σχέδιο και κινητοποιώντας τους πολίτες.
