Mπορεί να αλλάζει σύντομα επικεφαλής οικονομολόγο, αποσύροντας τον «κύριο εσωτερική υποτίμηση» Ολιβιέ Μπλανσάρ -που τόσα δεινά προκάλεσε με τις επιλογές του στη χώρα μας-, μπορεί να τα στυλώνει υπέρ μιας ουσιαστικής ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους εξαγριώνοντας τους Γερμανούς και δίνοντας ελπίδα στους Ελληνες. Στην πραγματικότητα όμως δεν αλλάζει καθόλου ούτε αυτό ούτε η νεοφιλελεύθερη οικονομική του φιλοσοφία.
Ο λόγος βεβαίως για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που στη χθεσινή του ετήσια έκθεση για την ευρωζώνη συστήνει στην ελληνική κυβέρνηση να μην κάνει ρούπι πίσω από τις σκληρές μεταρρυθμίσεις που επέβαλε -σε συνεργασία με τα άλλα μέλη της τρόικας- στη χώρα μας τα τελευταία πέντε χρόνια.
Συγκεκριμένα, το Ταμείο συστήνει να μην ακυρωθεί καμία από τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν στην αγορά εργασίας, να μην αυξηθεί ο κατώτατος μισθός, όπως σκόπευε η ελληνική κυβέρνηση, να διατηρηθεί αμετάβλητος ο εξευτελιστικός κατώτατος μισθός που ισχύει για νέους κάτω των 25 ετών.
Ζητά ακόμη να θεσπιστεί νομοθετικό πλαίσιο σύμφωνο με τις «καλύτερες πρακτικές στην Ε.Ε.» για τις μαζικές απολύσεις και τις απεργίες – με άλλα λόγια ζητά την απελευθέρωση των πρώτων και περιορισμό των δεύτερων. Το ΔΝΤ συνιστά ακόμη τη συνέχιση του ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων, μείωση των φραγμών στον ανταγωνισμό, μείωση του διοικητικού φόρτου, συνέχιση της αναμόρφωσης του συστήματος αδειοδότησης, μείωση του κόστους ίδρυσης νέων επιχειρήσεων, απλοποίηση των τελωνειακών διαδικασιών. Το μήνυμα προς την ελληνική κυβέρνηση παραμένει δηλαδή ίδιο και απαράλλαχτο.
Το ΔΝΤ θεωρεί ότι η κατάσταση στην Ελλάδα διατηρείται ρευστή και ότι η χώρα συνεχίζει να αποτελεί πηγή αβεβαιότητας και σημαντικό κίνδυνο για την πορεία της οικονομίας της ευρωζώνης. Συνιστά στις ευρωπαϊκές αρχές επιφυλακή και χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων αν χρειαστεί προκειμένου να περιοριστεί τυχόν κίνδυνος διάχυσης της κρίσης από την Ελλάδα.
Το «τσεκ απ» του Ταμείου έδειξε όμως ότι εκτός της Ελλάδας υπάρχουν και άλλες εξίσου σημαντικές απειλές για την οικονομία της ευρωζώνης και την ανάπτυξη, όπως η υψηλή ανεργία και οι επισφάλειες του τραπεζικού τομέα. Σε ένα τόσο αβέβαιο περιβάλλον το Ταμείο τονίζει ότι η ΕΚΤ μπορεί να χρειαστεί να παρατείνει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (ποσοτική χαλάρωση) και πέραν του Σεπτεμβρίου του 2016.
