Το 3ο Μνημόνιο δεν έχει καμία λογική, στέλνει την Ελλάδα σαν πρόβατο στη σφαγή, διαμηνύει ο Τζόζεφ Στίγκλιτς, ενώ ο καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Τζέι Μπράντφορντ Ντελόνγκ, μιλά για επανάληψη των ίδιων λαθών που έγιναν στη δεκαετία του ’30, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Υφεσης.
Σε νέο άρθρο του στους New York Times για την Ελλάδα, ο Στίγκλιτς παρομοιάζει τις σημερινές παράλογες απαιτήσεις των δανειστών με φυλακή οφειλετών του 19ου αιώνα.
Οπως οι φυλακισμένοι οφειλέτες δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν τότε εισόδημα για να αποπληρώσουν το χρέος τους, έτσι και η όλο και πιο βαθιά ύφεση στην Ελλάδα σήμερα καθιστά τη χώρα ολοένα και πιο ανίκανη να πληρώσει το χρέος της. Τίποτα από αυτά δεν έχει λογική, ακόμη και από τη θέαση των πιστωτών, σημειώνει ο νομπελίστας οικονομολόγος.
Ο Στίγκλιτς, που επισκέφτηκε την προηγούμενη εβδομάδα τη χώρα μας, επισημαίνει ακόμη ότι ανάλογα με το ελληνικό προγράμματα εφαρμόστηκαν από το ΔΝΤ στην Ινδονησία το 1998 στη διάρκεια της ασιατικής κρίσης, στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική.
Ολα απέτυχαν παταγωδώς οδηγώντας σε κοινωνική αναταραχή και σε κάποιες περιπτώσεις σε αιματοχυσία. Εν τούτοις τα παθήματα δεν έγιναν μαθήματα, κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο Τζέι Μπράντφορντ Ντελόνγκ, που χαρακτηρίζει τους υπευθύνους οικονομικής πολιτικής της ευρωζώνης «συμβούλους βαθιάς ύφεσης».
Σε άρθρο του στην ιστοσελίδα Project Syndicate ο πρώην υφυπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Κλίντον υποστηρίζει ότι με βάση τα συμπεράσματα που αποκόμισε η ανθρωπότητα από την περίοδο της Μεγάλης Υφεσης, η λύση στην ελληνική κρίση χρέους θα έπρεπε να είναι απλή.
Η λογική αυτής της λύσης, πεντακάθαρη: Αν η Ελλάδα δεν ήταν μέλος της ευρωζώνης, η καλύτερη επιλογή θα ήταν στάση πληρωμών, αναδιάρθρωση του χρέους και υποτίμηση του νομίσματος. Επειδή όμως -όπως λέει- η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν ήθελε έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη (καθώς κάτι τέτοιο θα αποτελούσε σημαντικό πλήγμα στην πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης), θα έπρεπε να προσφερθεί στην Αθήνα επαρκής βοήθεια, στήριξη, ελάφρυνση χρέους και βοήθεια με πληρωμές ως αντιστάθμισμα των οφελών που αυτή θα αποκόμιζε εάν έβγαινε από το κοινό νόμισμα.
Εσφιξαν τα λουριά
Οι πιστωτές της Ελλάδας όμως επέλεξαν το αντίθετο, δηλαδή να σφίξουν τα λουριά. Αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να είναι σε χειρότερη μοίρα απ’ ό,τι θα βρισκόταν αν είχε εγκαταλείψει το ευρώ το 2010. Το αντίθετο παράδειγμα είναι βέβαια η Ισλανδία, η οποία χτυπήθηκε άγρια από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, προχώρησε σε στάση πληρωμών και σήμερα έχει ανακάμψει.
Χρησιμοποιώντας την Ισλανδία ως μέτρο, το κόστος της μη εξόδου της Ελλάδος από την ευρωζώνη ισοδυναμεί, σύμφωνα με τον Ντελόνγκ, με το 75% του ΑΕΠ της. «Μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι η οικονομική συρρίκνωση της Ελλάδας θα έφτανε το 25% του ΑΕΠ αν αυτή είχε βγει από το ευρώ το 2010.
Εξίσου απίθανο δείχνει οι άμεσες επιπτώσεις ενός Grexit να είναι μεγαλύτερες του κόστους που θα επωμιστεί η Ελλάδα μακροχρόνια αν παραμείνει στο ευρώ, δεδομένης της επιμονής των πιστωτών της Ελλάδας στη λιτότητα».
Μια επιμονή που, όπως τονίζει, αντανακλά την προσκόλληση των υπευθύνων χάραξης της οικονομικής πολιτικής της ευρωζώνης και ειδικά της Γερμανίας σε ένα εννοιολογικό πλαίσιο το οποίο τους οδήγησε σε υποεκτίμηση της σοβαρότητας της κατάστασης και πολιτικές που έκαναν τα πράγματα χειρότερα.
Ο Αμερικανός οικονομολόγος θεωρεί ακόμη βασική αιτία των επαναλαμβανόμενων λανθασμένων οικονομικών προβλέψεων της Ε.Ε. και της ΕΚΤ στα προηγούμενα πέντε χρόνια την υποεκτίμηση της επίπτωσης των δημόσιων δαπανών στην οικονομία – ειδικά όταν τα επιτόκια βρίσκονταν κοντά στο 0%.
Σημειώνει -και αυτός- ότι η πεντακάθαρη αποτυχία της λιτότητας να ανακινήσει την οικονομία της Ελλάδας και της υπόλοιπης ευρωζώνης δεν τροφοδότησε επαναποτίμηση της προσέγγισης αυτής. Αντίθετα προτείνεται σήμερα ο διπλασιασμός της λιτότητας, βάσει μιας θεωρίας που λέει ότι όσο πιο βαθιά είναι η κρίση τόσο πιο επιτυχημένη είναι και η επιμονή, η ώθηση στις μεταρρυθμίσεις.
Τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες για την τόνωση της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, πιστεύουν… Αν όμως η ανάπτυξη δεν έλθει, τότε αυτό οφείλεται στο ότι χρειάζονταν ακόμη μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις.
Δυστυχώς αυτή η λογική είναι και η ιστορία της δεκαετίας του ’30, όταν η αδυναμία αλλαγής της πολιτικής εκ μέρους των κεντροαριστερών κομμάτων -παρ’ ότι αυτά αναγνώριζαν την ανάγκη- έφερε τον Χίτλερ.
