Aν μη τι άλλο, και η δεύτερη ημέρα της παρουσίας του πρωθυπουργού στις Βρυξέλλες συνοδεύτηκε από «καταιγίδα» ανακοινώσεων από τους θεσμούς και ανώνυμους αξιωματούχους τους, καθώς η Αθήνα και οι συνομιλητές της αναζητούν τον τρόπο να γεφυρωθούν οι διαφορές μέσα από ένα νέο σχήμα πολιτικής (και ουχί τεχνικής) διαπραγμάτευσης.
Η συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με τον Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ έδειξε ότι η πρόσκαιρη μεταξύ τους επικοινωνιακή ρήξη έληξε και οι δύο πλευρές συζήτησαν τόσο για την ουσία όσο και για τη διαδικασία προς την επίτευξη συμφωνίας. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στάθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες, κριτικά έναντι ορισμένων πτυχών της ελληνικής πρότασης, κυρίως διατυπώνοντας αμφιβολίες για το εάν τα μέτρα που εισηγείται η Αθήνα αποδώσουν.
Ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε ως επιτυχημένο παράδειγμα τη ρύθμιση για τις 100 δόσεις, η οποία, αν και όταν κατατέθηκε θεωρήθηκε μονομερής ενέργεια, έχει αποδώσει τα επιθυμητά αποτελέσματα στα έσοδα του Δημοσίου.
Πέραν όμως των συζητήσεων γύρω από τα δημοσιονομικά, η συζήτηση έφτασε μέχρι και το ζέον χρηματοδοτικό ζήτημα της ελληνικής οικονομίας, επί του οποίου η Αθήνα επαναλαμβάνει ότι η άμεση επίλυσή του είναι πρώτιστης σημασίας για τη θετική έκβαση της συμφωνίας. Οι δύο πολιτικοί φαίνεται ότι έφτασαν σε σημείο να συνομολογήσουν ότι, βάσει της πρότασης που έχει καταθέσει η Αθήνα, απαιτούνται περαιτέρω συζητήσεις με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), ο οποίος άλλωστε θα πρέπει να φέρει το βάρος της ανταλλαγής ομολόγων της ΕΚΤ, η λήξη των οποίων θα είναι δυσβάσταχτη για την ελληνική οικονομία τον Αύγουστο.
Ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ έχει πάντως επωμιστεί και την ιδιαίτερα δύσκολη ευθύνη να συγκεράσει τις «μύριες» διαφορετικές απόψεις που χωρίζουν τους θεσμούς και τους εταίρους μεταξύ τους. Γι’ αυτό και λέγεται, από συνεργάτες του, ότι παρουσίασε μία μέθοδο συνέχισης των διαπραγματεύσεων, ώστε να επέλθει σύντομα συμφωνία με την Ελλάδα. «Αν η διαδικασία με τους θεσμούς δούλευε σωστά, ο πρόεδρος της Επιτροπής δεν θα χρειαζόταν να συναντηθεί σήμερα με τον Ελληνα πρωθυπουργό», είπε μάλιστα στο ΑΠΕ-ΜΠΕ Ευρωπαίος διπλωμάτης, συμπληρώνοντας ότι «ο Ζ.-Κ. Γιούνκερ έκανε μία τελευταία απόπειρα για να κάνει δυνατή μια συμφωνία».
Κοιτώντας περισσότερο μακροσκοπικά την όλη κατάσταση, φαίνεται ότι όσο ένας θεσμός πλησιάζει την ελληνική κυβέρνηση, ένας άλλος απομακρύνεται, γεγονός που αποτυπώθηκε από την ανακοίνωση του ΔΝΤ ότι τα τεχνικά του κλιμάκια αποχώρησαν από τις διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση. Η κίνηση αυτή ήρθε, όμως, και σε μια στιγμή που η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άρχιζαν να βρίσκουν κοινούς τόπους συνεννόησης, ενώ η ελληνική πρόταση για το χρέος και την εννεάμηνη παράταση της δανειακής σύμβασης χωρίς νέα δάνεια ισοδυναμεί με μια ήπια αποχώρηση του Ταμείου από την Ελλάδα.
Τεχνικά κλιμάκια τέλος
Η είδηση αυτή δεν εξέπληξε το πρωθυπουργικό επιτελείο, καθώς, όπως έλεγε κορυφαίο στέλεχός του, η Αθήνα προ πολλού έχει διατυπώσει τη θέση ότι τα τεχνικά κλιμάκια και η Ομάδα των Βρυξελλών έχουν περατώσει τις εργασίες τους και τώρα απομένει η διαπραγμάτευση σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο. Εξ ου και η παρουσία στις Βρυξέλλες τις τελευταίες ημέρες των Νίκου Παππά και Ευκλείδη Τσακαλώτου, οι οποίοι συζήτησαν με τον επίτροπο Πιερ Μοσκοβισί, μεταφέροντας την πολιτική «σφραγίδα» του ίδιου του πρωθυπουργού.
Σε όλο αυτό το σκηνικό πρέπει όμως να προστεθεί η παρότρυνση των στενών συνεργατών της Ανγκελα Μέρκελ και του Φρανσουά Ολάντ προς τους Ελληνες ομόβαθμούς τους να «τα βρουν» με τους θεσμούς, ώστε να μην ανάψουν άλλες «φωτιές». Η «κολοκυθιά» καλά κρατεί, αν αναλογιστεί κανείς ότι την ίδια ώρα η ολλανδική και η φινλανδική ηγεσία στέλνουν μηνύματα στην Αθήνα ότι δεν θα δεχτούν εύκολα μια βραχυπρόθεσμη ή μεσοπρόθεσμη ρύθμιση του χρηματοδοτικού ζητήματος της Ελλάδας.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επέλεξε γι’ αυτό να ξεκαθαρίσει ότι η ελληνική κυβέρνηση παραμένει ενεργά παρούσα στις διαπραγματεύσεις. «Η ελληνική αντιπροσωπεία, όπως έχει συμφωνηθεί, είναι έτοιμη να εντατικοποιήσει τις διαβουλεύσεις, προκειμένου να ολοκληρωθεί η συμφωνία σύντομα, ακόμα και τα επόμενα 24ωρα» είπε ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, συμπίπτοντας στην επιδίωξη ευρωπαϊκών θεσμών και εταίρων ότι το Γιούρογκρουπ της 18ης Ιουνίου θα είναι κομβικό. Και κατέληξε λέγοντας ότι «γι’ αυτόν τον λόγο θα συνεχίσει να εργάζεται πάνω στα εναπομείναντα θέματα, όπως το δημοσιονομικό και η βιωσιμότητα του χρέους».
