«Οι εκατό μέρες που δεν άλλαξαν την Ελλάδα» ήταν ο χθεσινός πρωτοσέλιδος τίτλος της γαλλικής αριστερής εφημερίδας «Λιμπερασιόν», η οποία συνοψίζει το ελληνικό ζήτημα με το ερώτημα εάν πρόκειται για «τείχος της πραγματικότητας ή φραγμό των Βρυξελλών». Είναι ίσως ο πιο εύστοχος τρόπος για να επαναφέρει κάποιος την παλιά συζήτηση περί ωριμότητας των αντικειμενικών συνθηκών, περί ετοιμότητας του υποκειμενικού παράγοντα και συσχετισμού των ταξικών δυνάμεων σε μια περίοδο κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής κρίσης.
Φυσικά, όπως η ίδια η πραγματικότητα δείχνει, οι συνθήκες όχι μόνον έχουν ωριμάσει για μια αλλαγή κοινωνικού υποδείγματος, αλλά σαπίζουν αργά και σταθερά εδώ και χρόνια, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή δισεκατομμυρίων ανθρώπων, αλλά και του ίδιου του πλανήτη. Μπορεί ο καπιταλισμός να έδειξε ότι «χωράει» πλείστες όσες παραλλαγές οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας, έμεινε όμως απαράλλαχτος στον σκληρό του πυρήνα, ο οποίος συνίσταται στη λογική του άμεσου και βραχυπρόθεσμου κέρδους, ίσως ακόμα και εις βάρος του μακροπρόθεσμου συμφέροντός του. Η δε τρέχουσα μορφή του, αυτή του αρπακτικού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, απειλεί να γυρίσει την ανθρωπότητα πίσω, ισοπεδώνοντας κατακτήσεις και επιτεύγματα αιώνων.
Οσο για τον «φραγμό των Βρυξελλών»; Σαφώς αυτός αφορά τον συσχετισμό δύναμης, αφού η βελγική πρωτεύουσα εκπροσωπεί (εξ αντανακλάσεως) την υπεροχή των σημερινών ευρωπαϊκών ελίτ του πλούτου εις βάρος του κόσμου της εργασίας. Αρα; Αρα, δύο τα κρατούμενα. Ενα οι ώριμες συνθήκες, δύο ο δυσμενής συσχετισμός των ταξικών δυνάμεων.
Οσο για τον τρίτο παράγοντα της εξίσωσης, τον «υποκειμενικό»; Εδώ τα πράγματα περιπλέκονται, καθώς ο ορισμός του είναι αρκετά προβληματικός. Εξαρτάται εάν μιλώντας γι’ αυτόν εννοούμε ένα κόμμα-καθοδηγητή (κόμμα-πρωτοπορία) ή αναφερόμαστε στην κατάσταση εκείνων των τάξεων που βάσει της θέσης τους θα έπρεπε να κινητοποιηθούν για την επιδιωκόμενη αλλαγή υποδείγματος.
Η Ιστορία έχει αποδείξει ότι ένα κόμμα-καθοδηγητής, χωρίς την ευρεία συμμετοχή και κυρίως τον έλεγχο εκείνων που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί, μπορεί εύκολα να οδηγήσει στις τραγωδίες και στα εξαμβλώματα του παρελθόντος. Εδώ λοιπόν πρέπει όλοι να αναλογιστούμε τις ιστορικές ευθύνες που μας αναλογούν για να βάλουμε ένα τέλος στη λογική της ανάθεσης και της παθητικότητας, αφού αυτές οι στάσεις μόνο σε δήμευση των πρωτοβουλιών και των δικαιωμάτων μας μπορεί να οδηγήσουν. Εάν νομίζουμε ότι ψηφίζοντας στην κάλπη ή στηρίζοντας στις δημοσκοπήσεις τον ΣΥΡΙΖΑ εξαντλούμε το καθήκον μας, τότε ενισχύουμε το «τείχος της πραγματικότητας» και υψώνουμε περαιτέρω τον «φραγμό των Βρυξελλών».
Ο διευθυντής της «Λιμπερασιόν», Λοράν Ζοφρέν, καλεί τον Τσίπρα «ακόμα και εάν έχει κάνει εκστρατεία σαν τον θερμόαιμο Αχιλλέα, να κυβερνήσει σαν τον πολυπράγμονα Οδυσσέα». Η πραγματικότητα είναι ότι σήμερα δεν μπορεί κανείς να γίνει πολυπράγμονας, πολυμήχανος και παντογνώστης. Εκείνο που μας λείπει είναι η συγκρότηση ενός συλλογικού νου, μιας συλλογικής βούλησης και μιας συλλογικής φαντασίας που θα διανοηθεί πραγματικά το αδύνατο: ότι πέφτουν τα τείχη και γκρεμίζονται οι φραγμοί!
