Στην άσχημη κατάσταση που βρίσκονται τα ελληνικά λιμάνια, εκτός της Ηγουμενίτσας, της Πάτρας και του Πειραιά, αναφέρθηκε ο διευθύνων σύμβουλος της Attica Group Σπύρος Πασχάλης κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε ο Όμιλος την Παρασκευή πάνω στο πλοίο της εταιρείας «Superfast XII», με αφορμή την συμπλήρωση 20 ετών της «Superfast Ferries» από το πρώτο της ταξίδι.
«Εκτός από αυτά τα τρία λιμάνια τα υπόλοιπα είναι παλιά. Δεν έχουν σοβαρές επενδύσεις, αντίθετα έχουν γίνει σοβαρά σχεδιαστικά λάθη που τα κάνουν χειρότερα» υποστήριξε και αναφέρθηκε στο παράδειγμα του λιμανιού της Τήνου στο οποίο έχουν συμβεί σωρεία ατυχημάτων. Ο Σπ. Πασχάλης συμφώνησε με την άποψη των πλοιάρχων ότι οι παρατηρήσεις τους δεν λαμβάνονται υπόψη από την πολιτεία και τις ειδικές επιτροπές που μελετούν τα βελτιωτικά έργα στα λιμάνια και επεσήμανε ότι και οι ίδιοι κάνουν συνεχείς εισηγήσεις που άλλοτε ακούγονται και άλλοτε όχι.
Αναφερόμενος στην κατάσταση που επικρατεί στην ακτοπλοϊκή αγορά σημείωσε οτι το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του 2014 υπήρξε μια βελτίωση της ψυχολογίας της πελατειακής βάσης, ωστόσο πρόσθεσε στο τελευταίο τρίμηνο του 2014 η κατάσταση θόλωσε και πάλι και η αβεβαιότητα συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.
Κατά τ’ άλλα αναφέρθηκε στους στόχους της εταιρείας και όπως είπε έχοντας μεταφέρει πάνω από 12.000.000 επιβάτες, 2.500.000 φορτηγά και 2.500.000 ΙΧ σε Αδριατική, Βαλτική και Βόρειο Θάλασσα, η «Superfast Ferries» βάζει πλώρη για τα επόμενα 20 χρόνια στοχεύοντας στην ανάπτυξη νέων προορισμών και τη ναυπήγηση νέων πλοίων, με ανοίγματα στις ακτοπλοϊκές αγορές των ΗΠΑ, της δυτικής Μεσογείου αλλά και της Βορείου Ευρώπης.
Η «Attica Group» δραστηριοποιείται στην επιβατηγό ναυτιλία μέσω των θυγατρικών της εταιριών «Superfast Ferries» και «Blue Star Ferries» με συνολικά 13 πλοία. Η «Attica Group» είναι μέλος του Ομίλου Marfin Investment Group.
Να σημειωθεί οτι το πρώτο δρομολόγιο της εταιρείας έγινε στις 15 Απριλίου 1995 όταν το «Superfast I» με υψωμένη την ελληνική σημαία, αναχωρεί για πρώτη φορά από την Πάτρα για την Ανκόνα μειώνοντας τη διάρκεια του ταξιδιού κατά 40%, από 36 σε 20 ώρες.
