«Συγκαλυμμένη» δυσφορία εκφράζουν τις τελευταίες ώρες για την Ελλάδα θεσμικοί παράγοντες που εκπροσωπούν αμερικανικά επιχειρηματικά συμφέροντα στη χώρα μας, ενώ παράλληλα από τις κινήσεις μεγάλων ξένων funds στο Χρηματιστήριο προκύπτει ότι ενισχύεται η τάση αποεπένδυσης κεφαλαίων από την αγορά της Αθήνας, σε μια περίοδο που, ούτως ή άλλως, εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο, φέρεται να έχουν «παγώσει» αρκετά επενδυτικά σχέδια που προωθούσαν αμερικανικές εταιρείες στην πραγματική οικονομία.
Αλλά την ίδια στιγμή που το «αμερικανικό κεφάλαιο» εμφανίζεται να ψέγει τις πολιτικές της κυβέρνησης στο διπλό μέτωπο της «τρομοκρατίας» και της ενεργειακής προσέγγισης με τη Ρωσία καλώντας την «να ισορροπήσει υπολογίζοντας και τις επιπτώσεις», εκπρόσωποι του αμερικανικού λόμπι στην Ελλάδα διαβεβαιώνουν πως οι ΗΠΑ «έχουν ουσιαστικούς λόγους, με κυριότερους τη μεγάλη γεωστρατηγική σημασία της χώρας», για να συνεχίσουν να παρέχουν υποστήριξη στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους και το ΔΝΤ.
Παρ’ ότι μεγαλύτερο πρόβλημα για τα αμερικανικά κεφάλαια είναι η αβεβαιότητα για την επόμενη μέρα, επικρατεί συγκρατημένη αισιοδοξία πως η διαπραγμάτευση θα οδηγήσει εγκαίρως σε θετικό αποτέλεσμα και λύση εντός ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό σημαίνον στέλεχος ελληνο-αμερικανικού οικονομικού φορέα εξέφραζε χθες την πεποίθηση πως η ελληνική κυβέρνηση «είναι σήμερα σε θέση να πετύχει μια εξαιρετική συμφωνία με τους εταίρους της στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης χωρίς να ξεπεράσει τις κόκκινες γραμμές της».
Βλέπουν «ανακούφιση»
Οι ίδιες πηγές αναφερόμενες στο θέμα του χρέους της Ελλάδας υιοθετούν τη σκληρή γραμμή των δανειστών πως είναι απόλυτα «βιώσιμο», ωστόσο εκφράζουν την εκτίμηση πως τους επόμενους μήνες θα υπάρξει κάποιου είδους «ανακούφιση» σε συμφωνία με τους δανειστές, είτε με μεταφορά μέρους του σε νέο φορέα, είτε με διαγραφή είτε με μια νέα αναδιάρθρωση στα επιτόκια και τον χρόνο ωρίμανσής του. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν πως μια συμφωνία για διασφάλιση της χρηματοδότησης και διευθέτησης του χρέους θα αποτελούσε το κλειδί που θα άνοιγε ξανά την πόρτα σε αμερικανικά επενδυτικά κεφάλαια τα οποία εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για επενδύσεις στην Ελλάδα.
Στο μέτωπο της πραγματικής οικονομίας, ωστόσο, η πρώιμη επενδυτική δραστηριότητα αμερικανικών κεφαλαίων, που ήταν τα πρώτα που ενεργοποιήθηκαν λίγο μετά το καλοκαίρι του 2012 με αιχμή κλάδους όπως οι ξενοδοχειακές μονάδες, η ενέργεια και τα logistics, άρχισε να περιορίζεται αμέσως μετά τις ευρωεκλογές του περσινού Μαΐου και σήμερα έχει παγώσει ολοσχερώς, όπως αναφέρουν εκπρόσωποι επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή στο Χρηματιστήριο της Αθήνας τα αμερικανικά επενδυτικά χαρτοφυλάκια και hedge funds, που αποτελούν σήμερα τους μεγαλύτερους ξένους επενδυτές με συνολική αξία χαρτοφυλακίων 5 δισ. ευρώ (12% επί της συνολικής αξίας των ελληνικών μετοχών), έχουν εξελιχθεί τους τελευταίους μήνες στους πιο επιθετικούς πωλητές ελληνικών μετοχών και ειδικά των τραπεζών. Η περιβόητη Capital Group έχει πουλήσει πάνω από 1,1 δισ. μετοχές της Eurobank μειώνοντας τη συμμετοχή της πλέον κάτω από το 5%, έναντι 10% που είχε αποκτήσει πέρυσι, ενώ και στην Τράπεζα Πειραιώς έχει εκμηδενίσει ουσιαστικά τη συμμετοχή της, διατηρώντας μόλις 90 εκατ. μετοχές από τις 300 εκατ. μετοχές που είχε αποκτήσει. Σε μεγάλες πωλήσεις φέρεται να προχωρά τις τελευταίες ημέρες και το fund του μεγαλοεπενδυτή John Paulson στην Πειραιώς -μέχρι σήμερα ήταν ο μεγαλύτερος ιδιώτης μέτοχος της τράπεζας με 6,62%.
Στις 700 μονάδες το Χ.Α.
Το «πολεμικό κλίμα» που καλλιεργείται τις τελευταίες ημέρες, ενόσω προχωρά η διαπραγμάτευση και στεγνώνουν τα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου, έχει προκαλέσει νέο κύμα ρευστοποιήσεων στην αγορά της Αθήνας αλλά και εκτόξευση των αποδόσεων στα ομόλογα, όπου πλέον οι τιμές προεξοφλούν χρεοκοπία.
Οι τράπεζες έχουν χάσει το 30% της αξίας τους την τελευταία εβδομάδα και 54% από την αρχή του έτους με τη συνολική κεφαλαιοποίηση του κλάδου να υποχωρεί χθες στα 8,6 δισ. ευρώ. Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε χθες με απώλειες 3,33% στις 704,74 μονάδες, που αποτελούν τα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 31 μηνών, με τις απώλειες σε όρους χρηματιστηριακής αξίας να ξεπερνούν τα 11 δισ. ευρώ από τις αρχές του έτους και τα 23 δισ. ευρώ από τις αρχές Δεκεμβρίου. Στα ομόλογα η εικόνα είναι εξίσου αποθαρρυντική, καθώς ενώ σε όλη την Ευρώπη το κόστος δανεισμού τείνει στο μηδέν, η απόδοση του ελληνικού διετούς ομολόγου έχει εκτιναχθεί στο 29,7% ενώ του δεκαετούς προσεγγίζει το 14%.
