Είμαστε κοντά σε συμφωνία, όπως τονίζει η κυβέρνηση, ή απέχουμε πολύ από αυτήν, όπως αντιλέγει η γερμανική πλευρά; Οποια απάντηση και αν επιλέξουμε, είναι μάλλον βέβαιο ότι δεν θα θεωρηθεί λανθασμένη – εξάλλου πάντα έχει σημασία πώς βλέπει η κάθε πλευρά το ίδιο ζήτημα.
Είναι απόλυτα σαφές ότι, σε αυτή την κρίσιμη περίοδο, το παιχνίδι των «ερμηνειών» δεν προσφέρεται για άσκηση πολιτικής. Είτε αφορά την Αθήνα είτε τις Βρυξέλλες είτε το Βερολίνο. Πολύ περισσότερο δεν αφορά κανέναν αν η μία ή η άλλη πλευρά παίζει πολιτικά παιχνίδια γύρω από μια ενδεχόμενη λύση, τα οποία πιθανόν της εξασφαλίζουν πολιτικά οφέλη.
Αν η Ευρώπη θέλει να υπερβεί τα «τείχη» και κυρίως τον άχρηστο χαρακτηρισμό νικητών και ηττημένων, οφείλει να σταματήσει τον πόλεμο φθοράς προς την ελληνική κυβέρνηση. Οι αντικρουόμενες δηλώσεις, τα ειρωνικά σχόλια, η απαξιωτική κριτική απέναντι σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν περιποιούν τιμή σε αυτές που θέλουν να ονομάζονται ηγέτιδες δυνάμεις.
Αν ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών και όσοι τον ακολουθούν επιδιώκουν να συντρίψουν την κυβέρνηση, τότε ας το δηλώσουν ευθέως. Και ας αναλάβουν την ευθύνη της επιλογής τους. Αν, από την άλλη πλευρά, όλο αυτό το «σκηνικό» στήνεται για να μην «εκτεθούν οι σκληροί» μπροστά σε επικείμενη λύση, η οποία θα κινείται σε διαφορετικό μήκος κύματος από τις επιδιώξεις τους, τότε ας σιωπήσουν.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει διανύσει αρκετό δρόμο, υπερασπιζόμενη τις «κόκκινες γραμμές» της, ουσιαστικά υπερασπιζόμενη την ψήφο την οποία έλαβε. Αν ο ελληνικός λαός ήθελε λύση του είδους που αποδέχονταν όσοι συναποτελούσαν την προηγούμενη συγκυβέρνηση, τότε θα ψήφιζε τα παλιά και δοκιμασμένα σχήματα. Δεν το έπραξε.
Οσο και αν η πολιτική βούληση ενός λαού δεν ευνοεί τα σχέδια του Σόιμπλε, ο Γερμανός υπουργός οφείλει να τη σεβαστεί. Εκτός αν θέλει να συνδέσει το όνομά του με την πλήρη απαξίωση της ιδέας της ευρωπαϊκής ενοποίησης και την απαρχή διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης…
