Η διαπίστωση του Αλέξη Τσίπρα για τα εμπόδια στις τεχνικές διαπραγματεύσεις κυβέρνησης και θεσμών είναι σαφής: «Δεν πρόκειται εδώ για αδυναμία τεχνικής προσέγγισης, αλλά για πολιτική διαφωνία, που όμως όλοι γνώριζαν εκ των προτέρων», ανέφερε μεταξύ άλλων ο πρωθυπουργός σε δήλωσή του στο πρακτορείο Reuters. Ολοι στην Ευρώπη γνώριζαν, αλλά ελάχιστοι είχαν το σθένος να παραδεχτούν ότι στις εξελισσόμενες διαβουλεύσεις διακυβεύεται κάτι πολύ μεγαλύτερο από την επιβίωση μιας μικρής περιφερειακής οικονομίας.
Μια από τις βασικές αρχές του νεοφιλελεύθερου «ορθολογισμού», αυτού που μερικοί στην ελληνική πολιτική σκηνή περιγράφουν ως «μέτωπο της λογικής», αφορά ακριβώς την αναπαραγωγή της ψευδαίσθησης για τον νεοφιλελεύθερο «μονόδρομο». Για να επιβιώσει ένα κράτος με πρόβλημα χρέους πρέπει, σύμφωνα με τους εμπνευστές της άκρατης λιτότητας, να κάψει το οικονομικό «λίπος». Πρέπει να περικόψει δημόσιες δαπάνες, μισθούς, συντάξεις, να εκποιήσει δημόσια περιουσία. Πρέπει να γονατίσει την παραγωγική βάση και τους εργαζόμενους για να βρει τους αναγκαίους πόρους.
Τώρα όμως το νεοφιλελεύθερο οικοδόμημα της «γερμανικής Ευρώπης» βρίσκεται αντιμέτωπο με έναν «παράλογο» παράγοντα. Η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί πως για να επιβιώσει μια ασθμαίνουσα οικονομία, πρέπει να της δοθεί χώρος και χρόνος να αναπνεύσει. Με δεδομένη την καθαρή και νωπή λαϊκή εντολή, η κατάσταση για τους ηγέτες της ευρωζώνης γίνεται ακόμα πιο «άβολη». Η μόνη διέξοδος για τους θιασώτες των «μονοδρόμων» είναι να παρουσιάζουν τις νεοφιλελεύθερες περικοπές ως τεχνικά άρτιες προτάσεις με εξασφαλισμένο αποτέλεσμα. Πρόκειται για το απόγειο της πολιτικής υποκρισίας.
Ο πρωθυπουργός επέλεξε μπροστά σε αυτό το πλαίσιο να γνωστοποιήσει στην ευρωπαϊκή και διεθνή κοινή γνώμη την πολιτική διάσταση της διένεξης. Θα πετύχει τον στόχο της αυτή η παρέμβασή του; Εναπόκειται στους κυρίαρχους της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τους «τεχνοκράτες» των Βρυξελλών να κατανοήσουν ότι η όποια «ρήξη» θα έχει πολιτικές και όχι τεχνικές αιτίες και σοβαρές πολιτικές συνέπειες, κυρίως για την Ευρώπη. Και θα δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερη αποξένωση και αποστροφή για τη μοναδική ήπειρο που θέλησε προγραμματικά να είναι «ενωμένη και αλληλέγγυα».
