Σε πρωινή εκπομπή ραδιοφώνου ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Δραγασάκης αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αυτή αντιμετωπίζει στις διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους/δανειστές καθώς και τις επιλογές που έχει αυτή τη στιγμή. Τόνισε το γεγονός ότι ο περιορισμένος χρόνος από τις εκλογές μέχρι σήμερα δεν επέτρεψε να καλυφθούν τα διάφορα κενά επικοινωνίας για τις πολλαπλές και πολυεπίπεδες διαπραγματεύσεις με τα διάφορα θεσμικά όργανα, όπως το Eurogroup, το Euroworking Group, το ΙΜF, η ΕΚΤ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και με άλλες δομές σε χαμηλότερο επίπεδο. Ξεκαθάρισε ότι το θέμα δημοψηφίσματος είναι θέμα αρχής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα επιδιωχθεί.
Οι ορθές και προσεκτικές διατυπώσεις και του κ. Δραγασάκη και του κ. Τσακαλώτου λίγο αργότερα απευθύνονταν, όπως συνήθως, στην ελληνική κοινή γνώμη και ιδιαίτερα στην πλειονότητα των πεπεισμένων για την ορθότητά τους ακροατών του συγκεκριμένου σταθμού. Αντίστοιχη είναι και η προσπάθεια που καταβάλλεται από μερίδα του Τύπου για την αδιάβλητη ενημέρωση της ελληνικής κοινής γνώμης. Ωστόσο γεννάται αυτόματα η απορία ποιες παράλληλες ενέργειες έχουν γίνει ή γίνονται για την αντίστοιχη ενημέρωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και γιατί η κυβέρνηση και οι διαπραγματευτές υπουργοί της -μαζί και ολόκληρη η Ελλάδα- φαίνεται να έχουν πρόβλημα με την ενημέρωση στο εξωτερικό και τα ξένα ΜΜΕ. Αρνητικά στερεότυπα εξακολουθούν να ηγεμονεύουν μαζί με τις απόψεις συγκεκριμένων κύκλων που υπεραμυνόμενοι των συμφερόντων τους διάκεινται γενικώς εχθρικά προς τις ελληνικές πρωτοβουλίες.
Οσοι παρακολουθούμε τις εξελίξεις, διαπιστώνουμε και από τον σχετικό κορεσμό με ξένες ειδήσεις και απόψεις ότι μάλλον δεν υπήρξε επαρκής προετοιμασία πριν από τις εκλογές για άμεση εφαρμογή ενός συγκεκριμένου μετεκλογικού προγράμματος ευρύτερης εμβέλειας με ταχείες διαδικασίες ενεργοποίησης συγκεκριμένων μηχανισμών, ώστε να ξεκινήσει αμέσως η επίσημη ενημέρωση και επικοινωνία προς τον υπόλοιπο κόσμο από τα Γραφεία Τύπου στις ελληνικές πρεσβείες και όχι μόνον. Εξυπακούεται ότι επαρκής επικοινωνία αυτού του τύπου δεν είναι απλή υπόθεση, αλλά προϋποθέτει επαρκή προετοιμασία επιτελείων αντίστοιχων με εκείνα των συνομιλητών στο εξωτερικό. Προϋποτίθεται αναδιοργάνωση των δομών με αξιοποίηση, πέραν του επίσημου, και άλλου πρόσθετου δυναμικού με γνώσεις για τον πολιτισμό, τους θεσμούς και την πραγματικότητα της Ευρώπης καθώς και με ικανότητα αξιολόγησης των συνθηκών ώστε να παράγεται αξιόπιστη ενημέρωση, επίσημη και ανεπίσημη, που να στηρίζει το έργο τόσο της κυβέρνησης, ιδιαίτερα των διαφόρων επιτελείων που έχουν συγκροτηθεί για τα κρίσιμα ζητήματα της διαπραγμάτευσης, όσο και της Βουλής.
Η προφανής έλλειψη σ’ αυτό το επίπεδο μάλλον εξηγεί ότι η Ελλάδα εδώ και αρκετούς μήνες κατακλύζεται από αναπαραγωγή/ανακύκλωση ξένων/ελληνικών αντιπολιτευτικών ειδήσεων και απόψεων από ιδιωτικά κατά κανόνα ΜΜΕ και αντίστοιχα έντυπα. Σπάνια εμφανίζονται επίσημες απαντήσεις. Ετσι, η έκθεση στελεχών της κυβέρνησης συνεργασίας, ή των κομμάτων που τη συναπαρτίζουν, σε διάφορες εκπομπές παραμένει αναποτελεσματική, ενώ απευθύνεται κατά κανόνα μόνο στο εσωτερικό. Το ίδιο συμβαίνει και με τους βουλευτές, ένδειξη της περιορισμένης μάλλον ενασχόλησης του ελληνικού Κοινοβουλίου με ευρωπαϊκά και άλλα μείζονα θέματα ή με τρόπους επικοινωνίας των ευρωπαϊκών Κοινοβουλίων. Ούτε αρκούν στιλιστικές κατά κανόνα συμβουλές προς όσους πολιτικούς της συγκυβέρνησης «επιλέγονται» από τα διάφορα κανάλια. Στον κατάλογο των αδυναμιών προστίθεται φυσικά και η καθυστέρηση επανενεργοποίησης της Ελληνικής Ραδιοτηλεόρασης, αλλά και ο περιορισμένος ρόλος του σταθμού της Βουλής. Και τα δύο αυτά μέσα χρειάζονται εκ βάθρων μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό για να λειτουργήσουν εποικοδομητικά προς την ελληνική κοινωνία και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.
Επιβάλλεται, τέλος, να αναληφθεί ταχύτατη δράση με συστηματική εκστρατεία ενημέρωσης και αξιοποίησης της ευρωπαϊκής -και διεθνούς- κοινής γνώμης ώστε να αντικρουστούν αποτελεσματικά και αμέσως τα συνήθως χονδροειδή επιχειρήματα που προβάλλονται από ξένα έντυπα και ΜΜΕ. Αμεσο στόχο αποτελούν τα επείγοντα θέματα της διαπραγμάτευσης. Ωστόσο πρέπει να επιδιωχθεί να κερδηθεί η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ευρύτερα και πιο μακροπρόθεσμα. Η όποια εκστρατεία αναληφθεί χρειάζεται σαφή πολιτικά και ρεαλιστικά επιχειρήματα, λιγότερο ιδεολογικά, στοχευμένες αναλύσεις, συγκρίσεις, ενίοτε και ιστορικές αναφορές. Ο εκδημοκρατισμός της Ευρώπης, που πράγματι πρέπει και περιλαμβάνεται στους εκπεφρασμένους στόχους της ελληνικής κυβέρνησης, επιβάλλει να καθοριστεί συστηματική ανάληψη δράσης. Η συνεχής επικοινωνία και τεκμηριωμένη ενημέρωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών για τις αδυναμίες της παρούσας διακυβέρνησης της Ευρώπης είναι απαραίτητη. Υπάρχει ασφαλώς στην Ελλάδα σήμερα διαθέσιμο δυναμικό με εξαιρετικές γνώσεις, γλωσσομάθεια, ικανότητες, εμπειρία, ωριμότητα και διάθεση για δουλειά που μπορεί να αξιοποιηθεί.
