Οι θεσμοί, με την κυνικότητα που τους διακρίνει, δείχνουν κάθε μέρα τι θέλουν από την Ελλάδα για να συνεχιστεί η χρηματοδότηση: το κλείσιμο της ενδιάμεσης συμφωνίας και αμέσως μετά, την έναρξη των συζητήσεων για το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα.
Ο Β. Σόιμπλε επανέλαβε προχθές το χρονοδιάγραμμα, εκφράζοντας αμφιβολίες εάν επαρκεί ο χρόνος. Χθες και ο Γ. Ντάισελμπλουμ προέβη στην ίδια εκτίμηση, με άλλα λόγια. Το Eurogroup στη Ρίγα επίσης κινήθηκε σε αυτή την αντίληψη. Μέχρις ότου κλείσουν οι άμεσες εκκρεμότητες, αυτές που άφησε η προηγούμενη κυβέρνηση με το 2ο Μνημόνιο στο δημοσιονομικό πεδίο, συν οι επιβαρύνσεις προεκλογικά και μετεκλογικά, η Ελλάδα θα είναι σε αβεβαιότητα.
Σε πρώτη φάση η αβεβαιότητα εκδηλώθηκε στο πεδίο της οικονομίας (με την ελεγχόμενη ασφυξία). Διαχέεται ραγδαία ως αγωνία στην κοινωνία. Είναι επόμενο να μεταφερθεί στην πολιτική. Το προηγούμενο διάστημα είχαμε το ίδιο φαινόμενο, αντιστρόφως. Η πολιτική αβεβαιότητα στην κυβέρνηση Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, λόγω εξάντλησης και προεδρικών εκλογών, οδήγησε τους εταίρους και δανειστές σε κλιμάκωση των πιέσεων, κάτι που παραδέχθηκαν εκ των υστέρων και ο Αντ. Σαμαράς και πιο ευθαρσώς ο Ευάγγ. Βενιζέλος. Επί τέσσερις μήνες προσπαθούσαν να έρθουν σε συμφωνία για την πιστωτική γραμμή ECCL και δεν τα βρήκαν, παρ’ ότι οι πολιτικές τους συγγένειες στην Ε.Ε., ήταν εγγυήσεις καλής συνεργασίας.
Η διατάραξη της συνεργασίας με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝ.ΕΛΛ., από τη μία, κάνει βαρύτερα τα ερωτήματα για την προηγούμενη στάση των εταίρων και από την άλλη, προσθέτει νέα ως προς το πού θέλουν να οδηγήσουν τα πράγματα τώρα. Για την ώρα έχουν επιδοθεί σε ένα παιχνίδι φθοράς, περιμένοντας τις προτάσεις της κυβέρνησης για την ενδιάμεση συμφωνία. Ειδάλλως η ελεγχόμενη ασφυξία θα συνεχίζεται και το ερώτημα είναι μέχρι πότε μπορεί να αντέξει η χώρα.
Οι επιλογές σχηματικά είναι δύο: η πρώτη, να ισορροπήσει η κυβέρνηση τις οικονομικές αξιώσεις, δίνοντας απτά δείγματα στο δημοσιονομικό πεδίο. Είτε προκύψει συμβιβασμός στο βάθος είτε ρήξη, η οικονομία θα πρέπει να βρει σημείο ισορροπίας. Εκεί όπου έχει κυλήσει, και οι δύο εκδοχές παραπέμπουν σε συνέχεια της λιτότητας. Το ερώτημα είναι πώς τα βάρη μπορούν να κατανεμηθούν δικαιότερα. Εάν το οικονομικό επιτελείο δεν παρουσιάσει λεπτομερές πρόγραμμα εσόδων και εξισορρόπησης δαπανών, πειστικό πρώτα στο εσωτερικό και στη συνέχεια στους μηχανισμούς, η συμφωνία θα απομακρύνεται. Αυτό έχει γίνει σαφές στην Ε.Ε. Για να φτάσουμε στη συμφωνία και αυτή να κριθεί πολιτικά με όποιο τρόπο, πρέπει να συζητηθεί ανοιχτά ο λογαριασμός και πώς πληρώνεται. Οι πολίτες, οι κοινωνικές τάξεις και οι επαγγελματικοί φορείς έχουν κάθε δίκιο να θέτουν «κόκκινες γραμμές». Τις πλήρωσαν πολλές φορές. Αλλά, μπορούν να καταλάβουν τις παρεκκλίσεις όταν δίνουν αίσθηση δικαίου.
Η άλλη επιλογή είναι να συνεχιστεί το παιχνίδι της αβεβαιότητας μέσα και έξω, οπότε η όποια λύση θα έλθει με τη διολίσθηση, αλλά δεν θα υπάρχει ούτε συμβιβασμός ούτε ρήξη.
