Την έντονη αντίδραση της ΚΕΔΕ πυροδότησε το περιεχόμενο του άρθρου 45 που περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Η διοίκηση δηλώνει κατηγορηματικά αντίθετη, καθώς υποστηρίζει ότι «επιχειρείται με τρόπο αόριστο και νομικά επισφαλή η ανατροπή της ισχύουσας νομοθεσίας, που ορίζει πως η αρμοδιότητα της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης έχει απονεμηθεί στους δήμους».
Με ανακοίνωσή της η ΚΕΔΕ επισημαίνει ότι η τροπολογία «δίνει τη δυνατότητα στις περιφέρειες να καταρτίζουν και να υλοποιούν προγράμματα και δράσεις κοινωνικής πολιτικής για την ανακούφιση ευπαθών κοινωνικών ομάδων, ενώ παράλληλα τους δίνεται η δυνατότητα να συνάπτουν, για την υλοποίηση των δράσεων αυτών, προγραμματικές συμβάσεις με δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς κοινωνικής ωφέλειας».
«Επιχειρείται κατά τρόπο αόριστο και νομικά επισφαλή να ασκείται η υλοποίηση της αρμοδιότητας αυτής μέσω προγραμματικών συμβάσεων με οργανισμούς και επιχειρήσεις του δημοσίου τομέα, ακόμη και Ανώνυμες Εταιρείες, παρακάμπτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αντισυνταγματικά τους δήμους, που είναι οι φυσικοί αδιαμφισβήτητοι φορείς υλοποίησης προγραμμάτων κοινωνικής πολιτικής και, το κυριότερο, χωρίς να υπάρχει καμία κανονιστική κατεύθυνση, ελλειπούσης της επιβαλλόμενης ειδικής εξουσιοδότησης», αναφέρεται στην ανακοίνωση.
Σε σκληρούς τόνους, η ΚΕΔΕ εγκαλεί την κυβέρνηση ότι με «τροπολογίες της νύχτας μετατρέπει τις δράσεις κοινωνικής αλληλεγγύης σε “κομματικό αλισβερίσι”». Μάλιστα, την καλεί να αποσύρει άμεσα όσα προβλέπονται στο άρθρο, προειδοποιώντας ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα αντιδράσει άμεσα προς την ακύρωση της διάταξης αυτής με κάθε νόμιμο τρόπο.
Απάντηση σε οξείς τόνους από το υπουργείο Εσωτερικών
Σκληρή ήταν και η απάντηση του υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, που χαρακτηρίζει «απολύτως αβάσιμες» τις καταγγελίες της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας «περί δήθεν μεθόδευσης της κυβέρνησης, μέσω του άρθρου 45 του άρτι ψηφισθέντος Ν. 4320/2015 για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, προκειμένου να προσπορίσει οφέλη στην περιφερειάρχη Αττικής».
Όπως επισημαίνεται από το υπουργείο, «πιθανόν η ηγεσία της ΚΕΔΕ κρίνει με βάση πρακτικές που είχε γνωρίσει στο παρελθόν με “κομματικούς φίλους” και “τακτικούς θαμώνες” των πολιτικών γραφείων των προηγούμενων κυβερνήσεων».
Ως προς την ουσία των καταγγελιών, το υπουργείο Εσωτερικών επισημαίνει ότι «αν η ηγεσία της ΚΕΔΕ έκανε τον κόπο να διαβάσει προσεκτικότερα το περιεχόμενο του “επίμαχου” άρθρου, θα έβλεπε ότι αντικείμενό του αποτελεί η δυνατότητα των περιφερειών να συνάπτουν προγραμματικές συμβάσεις με ΔΕΚΟ (π.χ. ΔΕΗ, ΔΕΠΑ, ΣΤΑΣΥ, ΟΣΥ κ.λπ.), προκειμένου να υλοποιούν δράσεις για την ανακούφιση ευπαθών ομάδων του πληθυσμού, και όχι το επισιτιστικό πρόγραμμα, που ως γνωστόν υλοποιείται στο πλαίσιο ευρωπαϊκού προγράμματος, ούτε φυσικά η μεταφορά του “τεκμηρίου αρμοδιότητας” για τα θέματα κοινωνικής πολιτικής από τους δήμους στις περιφέρειες».
Προσθέτει δε ότι «άλλωστε, αν προσχωρούσε κανείς στη λογική της διοίκησης της ΚΕΔΕ, πώς δικαιολογείται η – κατά τη γνώμη μας εύλογη – απαίτηση των δήμων να έχουν “μερίδιο” στη διαχείριση του ΕΣΠΑ, τη στιγμή που το αντίστοιχο “τεκμήριο αρμοδιότητας” σε σχέση με την ανάπτυξη ανήκει στις περιφέρειες;»
Τέλος, το υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης ζητά ψυχραιμία και τονίζει: «Σε συνθήκες πρωτοφανούς ανθρωπιστικής κρίσης, αυτό που προέχει είναι κινητοποίηση και η συνέργεια όλων των δυνάμεων στην κατεύθυνση της ανακούφισης των συνανθρώπων μας και όχι οι μικροψυχίες και οι διχασμοί. Γι’ αυτό και η κυβέρνηση κινείται με γνώμονα την αποτελεσματικότερη ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, αντιμετωπίζοντας ως ισότιμους και πολύτιμους εταίρους και τους δύο βαθμούς Αυτοδιοίκησης».
