Οχι επειδή συμβαίνει κάτι σχετικό με τη Μεγάλη Εβδομάδα που διανύουμε, αλλά για να διανθίσω τη θεματογραφία της σελίδας με μια μικρή περιήγηση στην πλατεία που, εν πολλοίς, αποτελεί τον σφυγμό –όχι μόνο της πρωτεύουσας– με τις κάθε είδους εκδηλώσεις που φιλοξενεί ή υφίσταται.
Να θυμίσω, κατ’ αρχάς, ότι, σε αντίθεση με την πλατεία Ομονοίας, που έχει υποστεί πλήθος παραμορφώσεων, με την τελευταία, δέκατη, αν δεν κάνω λάθος, να την έχει μεταβάλει σ’ ένα αφιλόξενο, ακόμα και για απόβλητους, τσιμεντένιο τοπίο, η Συντάγματος, παρά τις κατά καιρούς επεμβάσεις, παραμένει αναγνωρίσιμη. Αδικαιολόγητη μόνο η κατάργηση των τουαλετών (όπως της Ομόνοιας και της Κλαυθμώνος, με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία όσων ζορίζονται, οπότε και το κίτρινο στα άκρα μερικών κτιρίων). Και η πτώση των ολόγυρα νεοκλασικών: καφενείο Ζαχαράτου, βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκη, θέατρο Κυβέλη κ.ά.
Από το 1843
Πλατεία Ανακτόρων λόγω της βασιλικής κατοικίας (εκεί όπου σήμερα εδρεύουν οι πατέρες του έθνους), ώς την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, οπότε ο Οθωνας αναγκάστηκε να παραχωρήσει Σύνταγμα και η πλατεία να πάρει το όνομα που αντέχει ώς τις μέρες μας.
Πλατεία προεκλογικών συγκεντρώσεων, με τα πλήθη να σπεύδουν να ακούσουν και να επευφημήσουν τους εκπρόσωπους της παράταξής τους (εκείνες οι αξέχαστες με τον «Γέρο της Δημοκρατίας» και την ΕΔΑ, της ενοποιημένης Αριστεράς, πριν από τη δικτατορία…) αλλά και διαδηλώσεων ήρεμων (οι περισσότερες μετά μουσικής), μα και επεισοδιακών, με αποτέλεσμα, στη δεύτερη περίπτωση, να δεινοπαθούν η ίδια η πλατεία και τα γύρω.
Και, για να μην πηγαίνω πολύ προς τα πίσω, να μνημονεύσω τις ανθεκτικές για καιρό συγκεντρώσεις των αγανακτισμένων του 2011. Εκεί και οι «δεν πληρώνω» και η αυτοκτονία ενός σε απόγνωση συνταξιούχου. Οπου κάποια στιγμή εξέπνευσαν – όχι επειδή ικανοποιήθηκαν τα αιτήματά τους, αλλά γιατί υποχρεώθηκαν από την «έννομη τάξη». Κι από κοντά τα «προστατευτικά» κάγκελα, που αφαιρέθηκαν και ελπίζουμε να μη χρειαστεί να ξανατοποθετηθούν. Κι ας προσθέσω τις συγκεντρώσεις συμπαράστασης στην παρούσα κυβέρνηση (που έχει διαδεχθεί η αναμονή…).
Η καθημερινή εικόνα της πλατείας εστιάζεται στις εισόδους του μετρό από πλήθος πωλητών και διαφημιστών: Κουλούρια, περιοδικά, προσφορές κινητών («τζάμπα νουμεράκι και απεριόριστο χρόνο κλήσεων»), φέιγ βολάν. Και ζητιάνοι, που αυξάνονται στην κάθοδο προς και στους συρμούς του μετρό (καθαρό και προσβάσιμο – από τις ελάχιστες εξαιρέσεις στις τσαπατσουλιές και τις ανομίες μας).
Ο,τι προαιρείσθε…
Ενδιαφέρουσα η ποικιλία των ζητιάνων –δικών μας και αλλοδαπών–, σε σημείο ωστόσο να μην είναι εύκολο να πιάσεις ποιοι οι έχοντες πραγματική ανάγκη και ποιοι οι επαγγελματίες.
Είναι αυτοί που πουλάνε κάτι (χαρτομάντιλα, στιλό, αναπτήρες, μπαταρίες) ή παίζουν κάποιο όργανο, κυρίως ακορντεόν, μ’ ένα παιδάκι ως… εισπράκτορα. Και αυτοί που ζητιανεύουν ευθέως («μια μικρή βοήθεια»), επικαλούμενοι σοβαρό πρόβλημα: Παιδί άρρωστο που πρέπει να χειρουργηθεί, μια δική τους αναπηρία, ένα μωρό στην αγκαλιά, έγκυες, άστεγοι, πολύτεκνοι άνεργοι – «να πάρω ένα κομμάτι ψωμί». Με μερικούς να δηλώνουν πως είναι Ελληνες, δείχνοντας ταυτότητα, κάποιο χαρτί νοσοκομείου ή δημοσίευμα – «το έγραψε η τηλεόραση». Και: «Χίλιες συγνώμες για την ενόχληση», «Ευχές και υγεία στην οικογένεια και τα παιδιά σας» και άλλα συναφή.
Κι ας τελειώσω με μια χαρούμενη εικόνα, όχι βέβαια αυτή της 25ης Μαρτίου, με τον περιχαρή υπουργό Εθνικής Αμυνας ως θεατή κάτω από ομπρέλα και τους δύστυχους χορευτές να σέρνουν τσάμικο υπό βροχή, αλλά την παραδοσιακή εικόνα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Οπου άμα λάχει ο δήμαρχος να είναι της γκλαμουριάς, όπως ο παραλίγο και Πρόεδρος της Δημοκρατίας, προσφέρει, πλην του πανύψηλου σιδερένιου χριστουγεννιάτικου δέντρου, τις φίρμες των ξενυχτάδικων – τζάμπα πράμα…
Κοντολογίς, σαν να μη λείπει τίποτα από αυτή την πλατεία – των παθών, θα πρόσθετα (ώστε κάπου εδώ να κολλήσει η σχέση με την εβδομάδα που διανύουμε).
Καλή Ανάσταση!
► Στο πλαίσιο
Πλήθη όλων των ηλικιών την περασμένη Κυριακή στο Batminton, στην τελευταία παράσταση με «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» του Μίκη Θεοδωράκη, παρουσία του ίδιου. Είναι το δεύτερο έργο του συνθέτη μετά το «Ποιος τη ζωή μου», με το οποίο γιορτάζονται τα 90χρονά του. Προφανώς οι περιορισμένες παραστάσεις (από 18 Μαρτίου) δεν ήταν αρκετές ώστε να το παρακολουθήσει το κοινό που θα ήθελε. Το Batminton, του οποίου είναι παραγωγή, θα μπορούσε να το επαναλάβει.
Είναι η τέταρτη φορά που το έργο ανεβαίνει στη σκηνή. Η πρώτη, το 1962 στο «Καλουτά», από τον θίασο Μάνου Κατράκη, σε σκηνοθεσία Πέλου Κατσέλη, με τραγουδιστή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, συνάντησε την ψυχρότητα της τότε Αριστεράς, που δεν συμμερίστηκε το συμφιλιωτικό του μήνυμα. «Σιωπηρώς δόθηκε η γραμμή στα μέλη και τους οπαδούς της ΕΔΑ, όχι μόνο να μην πάνε να το δούνε αλλά και να επηρεάσουν τους φίλους τους να μην πάνε κι αυτοί», γράφει ο συνθέτης στο βιβλίο «Μελοποιημένη ποίηση». Πήρε την «εκδίκησή» του από την επιτυχία του δίσκου.
Τα πράγματα πήγαν καλύτερα όταν το 1981 ξανανέβηκε στο «Αθήναιον», σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού, με τραγουδιστή τον Γιώργο Νταλάρα. Το ίδιο το 1999 στο θέατρο «Στοά», από τον Θανάση Παπαγεωργίου, με τραγουδιστή τον Δημήτρη Μητροπάνο. Πλουσιότερη σε ακρόαμα, θέαμα και χρόνο (2.45’) η φετινή, πάλι από τον Θανάση Παπαγεωργίου, μ’ ένα πολυπρόσωπο καλοδεμένο σχήμα και τραγουδιστή τον Κώστα Μακεδόνα. Ενδέχεται κάποιους να κούρασε η διάρκειά του. Προσωπικά το παρακολούθησα με ενδιαφέρον και συγκίνηση –υποθέτω όχι επειδή είμαι μιας άλλης εποχής και ηλικίας.
ΚΑΙ… Ανάσταση χωρίς σταύρωση γίνεται;
