Επτά δημοψηφίσματα έχουν διενεργηθεί στην Ελλάδα, αρχής γενομένης από τον Νοέμβριο του 1920, και στη συνέχεια τον Απρίλιο 1924, τον Νοέμβριο 1935, τον Σεπτέμβριο 1946, δύο επί δικτατορίας (Σεπτέμβριος 1968 και Ιούλιος 1973) και το τελευταίο τον Δεκέμβριο του 1974. Η ειρωνεία της ιστορίας αυτής είναι ότι όλα είχαν σχεδόν αποκλειστικό θέμα τη Βασιλεία (έξι, και ένα για έγκριση Συντάγματος) σε όλες τις εκφάνσεις της, μέχρι το λυτρωτικό δημοψήφισμα του 1974 που έθεσε οριστικό τέλος στον Βασιλικό Θ(Δ)εσμό.
Το «αποκούμπι»
Η αναφορά του πρωθυπουργού στην προχθεσινή του συνέντευξη για διενέργεια δημοψηφίσματος, ο ίδιος τη χαρακτήρισε «απευκταία επιλογή», αν και όπως είπε θα είναι το τελευταίο του «αποκούμπι» αν οι συνομιλίες οδηγηθούν σε αδιέξοδο, αναζωπυρώνει την πολιτική συζήτηση.
Είναι σαφές ότι ο θεσμός του δημοψηφίσματος δεν μπορεί να ισχύσει σε περιπτώσεις που αφορούν ήδη ψηφισμένο νομοσχέδιο. Οπως επίσης έχει καταστεί σαφές ότι δεν διενεργείται δημοψήφισμα το οποίο αναφέρεται σε δημοσιονομικά θέματα. Ο Αλ. Τσίπρας όμως επιχειρώντας έναν πολιτικό συγκερασμό διευκρίνισε ότι το πρόβλημα της Ελλάδος υπερβαίνει το στενό οικονομικό πλαίσιο, αναγορεύοντας την οικονομία σε εθνικό ζήτημα, αφού όπως λένε συνεργάτες του «όποιος ακόμα διαχωρίζει την πολιτική από την οικονομία πλανάται πλάνην οικτράν». Τούτο σημαίνει ότι ωριμάζει η ιδέα στην κυβέρνηση, ενδεχομένως και στον κομματικό σχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ, ότι το ενδεχόμενο να κριθούν κρίσιμης εθνικής σημασίας όσα ζητήματα σχετίζονται με την οικονομία δεν αποτελεί χειρισμό «μπλόφας» αλλά ένα σενάριο το οποίο μπορεί μεν να είναι απευκταίο, αλλά έστω και ως απειλή αποτελεί υπαρκτό όπλο στα χέρια της κυβέρνησης.
Ουδεμία σχέση με Κάνες
«Καμία σχέση με απειλές τύπου Κανών» διατείνονται κυβερνητικά στελέχη, στέλνοντας το μήνυμα προς τους εταίρους ότι αν η ελληνική κυβέρνηση οδηγηθεί σε δημοψήφισμα, «όχι μόνο δεν κάνει πίσω σε όποιες απειλές εκφραστούν» αλλά αντίθετα «θα του προσδώσει αυξημένο πολιτικό κύρος, το οποίο ούτως ή άλλως η συγκεκριμένη διαδικασία διαθέτει a priori».
Κυβερνητικά στελέχη τα οποία διακρίνονται για τη νομική τους επάρκεια δεν διαβλέπουν αδιέξοδο στη διαδικασία του δημοψηφίσματος, αφού η συνδυασμένη ερμηνεία Συντάγματος και Κανονισμού της Βουλής «κυριολεκτικά τους λύνει τα χέρια». Αρα η διατύπωση του πιθανού ερωτήματος είναι αυτή που αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αφού αυτή πρέπει να διατυπωθεί με τέτοιο τρόπο και τέτοια σαφήνεια ώστε να απαντάται με «ναι ή όχι».
Σχετικότητα στο ερώτημα αυτόματα καθιστά προβληματική τη διεξαγωγή του και γι’ αυτό τα κυβερνητικά στελέχη είναι φειδωλά όσον αφορά το τεχνικό μέρος της διατύπωσης. Βεβαίως επιμένουν ότι «η διατύπωση θα αποτελεί την καρδιά του ερωτήματος» και επιμένουν ότι δεν πρέπει «να δημιουργεί νέα ερωτήματα». Ποιο θα μπορούσε να είναι το ερώτημα, εκτός από τις διάφορες προτάσεις που ακούγονται στα ΜΜΕ, οι οποίες αγγίζουν ενίοτε τα όρια της γραφικότητας;
Αν δεν υπάρξει αποτέλεσμα την 11η Μαΐου και οι δανειστές επιμείνουν στις θέσεις τους, τότε το πιθανό ερώτημα μπορεί να αποτυπωθεί με την πρόταση: «Συμφωνείτε με την απόφαση της 11 Μαΐου 2015 ως βάση της συμφωνίας, ναι ή όχι». Σε αυτό το «μότο» κινούνται και οι ιδέες που έχουν πέσει στο τραπέζι ως «ασκήσεις επί χάρτου», αποκλείεται βέβαια πρόταση που θα θέτει εν αμφιβόλω τη θέση της Ελλάδας στην Ε.Ε.
Και μία διευκρίνιση η οποία αποκτά ιδιαίτερη σημασία: Εάν το δημοψήφισμα περιβληθεί τον χαρακτηρισμό «κρίσιμο εθνικό θέμα», προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών (151 βουλευτές).
