Την ουσιαστική σύμπτυξη των δύο διαπραγματευτικών διαδικασιών με ορίζοντα τα τέλη Μαΐου ή τις αρχές Ιουνίου αποφάσισε να προτείνει στους εταίρους η κυβέρνηση στην πολύωρη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε χθες το βράδυ στο Μαξίμου υπό τον Αλέξη Τσίπρα και τη συμμετοχή σύσσωμου του οικονομικού επιτελείου. Η απόφαση αυτή ελήφθη μετά την ενημέρωση για την πορεία των διαπραγματεύσεων στην Ομάδα των Βρυξελλών, όπου διαπιστώθηκε ότι έχουν σημειωθεί «πολύ σημαντικά βήματα που φέρνουν πιο κοντά τη συμφωνία», αν και παραμένουν τα «αγκάθια» των εργασιακών, του ασφαλιστικού και των δημοσιονομικών.
Με την ευκαιρία της «παύσης» των διαβουλεύσεων στις Βρυξέλλες, την πόρτα του Μαξίμου πέρασαν οι Γιάνης Βαρουφάκης, Ευκλείδης Τσακαλώτος, Γιάννης Δραγασάκης, Γιώργος Σταθάκης, ενώ στη σύσκεψη συμμετείχαν επίσης ο Νίκος Παππάς, ο γ.γ. της κυβέρνησης Σπύρος Σαγιάς και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γαβριήλ Σακελλαρίδης.
Η κυβέρνηση κεντρικά αποφάσισε να προχωρήσει ουσιαστικά σε δυο ταυτόχρονες κινήσεις:
■ Αφενός να προτείνει την αναβολή των αποφάσεων για τα «καυτά» ζητήματα κατά περίπου ένα μήνα, ώστε να υπάρξει ένα «προσύμφωνο» ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους θεσμούς, τέτοιο που θα επιτρέψει τη χορήγηση ρευστότητας στην ελληνική οικονομία. Κοινή παραδοχή αποτελεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει χρόνος για διακριτές συμφωνίες. Η ΕΚΤ, όπως προανήγγειλε ο Μπενουά Κερέ, μπορεί να αυξήσει το όριο της έκδοσης εντόκων γραμματίων και η ελληνική κυβέρνηση να διεκδικήσει εκ νέου το 1,2 δισ. ευρώ που το κρατά η Τράπεζα και η καταβολή του στην Ελλάδα εκκρεμεί από τον Νοέμβριο του 2012.
■ Αφετέρου να ζητήσει να γίνει νωρίτερα η «μεγάλη διαπραγμάτευση», στην οποία εντάσσονται πλέον και τα θέματα όπου παρατηρείται έντονη διαφωνία. Στόχος είναι να δοθεί το «σήμα» ότι η κυβέρνηση επιθυμεί την οικοδόμηση εμπιστοσύνης, επιδεικνύοντας την καλή πρόθεση να υπάρξει νωρίτερα η τελική συμφωνία.
Ουσιαστικά η κυβέρνηση θέτει το δίλημμα στους εταίρους να επιλέξουν αν επιθυμούν μια «συμφωνία-πακέτο» για την Ελλάδα ή τη «ρήξη» με ό,τι αυτό επιφέρει για το σύνολο της Ευρώπης. Βάσει αυτού του χρονοδιαγράμματος το Μαξίμου θεωρεί ότι μπορεί να υπάρξει θετική κατάληξη σε επίπεδο Ομάδας των Βρυξελλών μέχρι την Τετάρτη, η οποία να πιστοποιηθεί από το Γιούρογκρουπ πιθανότατα την Παρασκευή, μία μέρα πριν από την καταβολή της δόσης προς το ΔΝΤ.
Πολιτικές κινήσεις
Η επιτυχία αυτού του σχεδίου προϋποθέτει αναμφίβολα πολιτικές κινήσεις από την πλευρά του πρωθυπουργού, κάτι το οποίο επισήμανε και ο Πάνος Σκουρλέτης (Αθήνα 9,84). «Εδώ που έχουμε φτάσει, ματαιοπονούμε, θα έλεγε κανείς, με το να καθόμαστε σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων, με ένα χαρτί και ένα μολύβι, και να συζητάμε πάνω από συγκεκριμένες προτάσεις. Αυτό το οποίο απαιτείται σήμερα είναι να υπάρξουν πολιτικές προσεγγίσεις εκατέρωθεν» ανέφερε ο υπουργός Εργασίας, λέγοντας ουσιαστικά ότι και ο ίδιος ο πρωθυπουργός πρέπει να πάρει μια πολιτική πρωτοβουλία σε κορυφαίο επίπεδο.
Η κυβέρνηση πάντως σε όλους τους τόνους ξεκαθαρίζει ότι οι «κόκκινες γραμμές» παραμένουν μέχρι τέλους. Χαρακτηριστική ήταν η φράση του Παναγιώτη Λαφαζάνη, που έθεσε («Καθημερινή») γενικότερο προβληματισμό. «Η κυβέρνηση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά εργαλείο για να αλλάξει θετικά την κοινωνία. Αν αυτό δεν μπορούμε να το πετύχουμε, το καλύτερο που θα έχουμε να κάνουμε είναι να αφήσουμε την κυβερνητική σκυτάλη. Μπορούμε, όμως, να πετύχουμε και θα πετύχουμε» σημείωσε χαρακτηριστικά ο υπουργός Παραγωγικής Ανασυγκρότησης.
Οι «κόκκινες» γραμμές
Ο δε Νίκος Βούτσης υπογράμμισε (Alpha) ότι ορισμένοι κύκλοι «θέλουν να γίνουμε γκαρσόνια της Ευρώπης», ενώ ο Ευκλείδης Τσακαλώτος επισήμανε («Επένδυση») ότι «οι κόκκινες γραμμές πρέπει να υπάρχουν με ό,τι αυτό συνεπάγεται» και πως «αν κινδυνεύουν να διαταραχθούν, τον λόγο θα πρέπει να έχει ο λαός για να παρέμβει και να τις διασφαλίσει». Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, ερωτηθείς για το αν προέχει η αποπληρωμή μισθών και συντάξεων, ξεκαθάρισε ότι «είναι αυτονόητο για την κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας ότι οι ανάγκες των πολλών έχουν την απόλυτη προτεραιότητα».
Δεν διαφεύγει την προσοχή της κυβέρνησης ότι στην πλευρά των θεσμών παρατηρούνται διαφορετικές απόψεις, αποτυπώνοντας και τη «διάσπαση» ανάμεσα στους εκπροσώπους της απέναντι πλευράς, την οποία επιθυμεί να εκμεταλλευτεί η Αθήνα. Το ΔΝΤ είναι εκείνο που πρωτοστατεί στις απαιτήσεις για τη διατήρηση στην Ελλάδα του διαλυμένου εργασιακού τοπίου, απαιτώντας από την ελληνική κυβέρνηση να απελευθερώσει τις απολύσεις, αλλά και να μην προχωρήσει στην επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και τις συμβάσεις εργασίας. Πηγές της κυβέρνησης, απηχώντας τις κομβικές διαφορές, μιλούσαν για «ακατανόητη στάση των θεσμών και ιδιαίτερα του ΔΝΤ», ενώ οι εκπρόσωποι της Αθήνας παρουσίασαν αναλυτικά στοιχεία, που αποδεικνύουν ότι η «χαλάρωση» των εργασιακών σχέσεων κάθε άλλο παρά βοηθά μεσοπρόθεσμα την ανάπτυξη στις χώρες που εφαρμόστηκε.
