Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Kλειδί» για τη συμφωνία κυβέρνησης με τους θεσμούς είναι το Ασφαλιστικό, που όπως όλα δείχνουν θα περιοριστεί σε αλλαγές στις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις που ισχύουν σε ΔΕΚΟ και τράπεζες. Το θέμα θα συζητηθεί στο Brussels Group την επόμενη εβδομάδα, με το συνολικό πακέτο των εισπρακτικών μέτρων να αυξάνεται στα 10 δισ. ευρώ από 8,5 δισ. συμπεριλαμβανομένων των εσόδων από τις αποκρατικοποιήσεις.

Με την κυβέρνηση να μπορεί να υπερηφανεύεται ότι «έσυρε» τους δανειστές μας στις δικές της θέσεις (ή για κάποιους «ανεκτές υποχωρήσεις») αναφορικά με το Ασφαλιστικό και τις αλλαγές που ζητούνταν επιτακτικά από τους εταίρους μας φαίνεται ότι κλείνει ένα μεγάλο αγκάθι της διαπραγμάτευσης.

Ακόμη και έτσι, εξαντλώντας το διαπραγματευτικό της δαιμόνιο, η κυβέρνηση εμφανίζει εαυτόν ως «αυτή που υποχωρεί» στις ασφυκτικές πιέσεις, επιδιώκοντας να πετύχει το μείζον, που είναι να παραμείνουν ως έχουν τα ασφαλιστικά δικαιώματα μεγάλων κατηγοριών ασφαλισμένων.

Μετά το «χαστούκι» στους καναλάρχες, έρχεται η ώρα στο έτερο πεδίο διαπλοκής, τις τράπεζες, αλλά και στον ΟΤΕ να εισφέρουν στην κοινή προσπάθεια και να σταματήσουν να μεταφέρουν τον «μουντζούρη» σε ασφαλισμένους και συνταξιούχους.

Η κυβέρνηση αποδέχθηκε και ανοίγει το θέμα των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων στον τραπεζικό κλάδο και στις ΔΕΚΟ (κυρίως στον ΟΤΕ), όπου μέχρι σήμερα με την ανοχή των πολιτικών παραγόντων που προέρχονται από Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ έχουν συμβεί «εγκλήματα» εις βάρος του ασφαλιστικού συστήματος με τις περιβόητες εθελούσιες εξόδους.

Τα περί «μαχαιριού στις προκλητικές πρόωρες συνταξιοδοτήσεις» που είχε συμπεριλάβει ο υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης, στη λίστα που απέστειλε στους δανειστές περί τα τέλη Μαρτίου ώστε να επέλθει η συμφωνία, αποτελεί ουσιαστικά τη μόνη βάση της συζήτησης επί του Ασφαλιστικού. Η κυβέρνηση, λοιπόν, την άλλη εβδομάδα θα συζητήσει την περικοπή των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων στον τραπεζικό κλάδο και στις ΔΕΚΟ. Ερχεται, λοιπόν, το τέλος μιας προκλητικής πρακτικής των τραπεζών και του ΟΤΕ, που έστελναν στην πρόωρη σύνταξη χιλιάδες εργαζόμενους μεταφέροντας τα βάρη στα ταμεία. Μόνο το 2014 οι τράπεζες «έσπρωξαν» στην έξοδο 12.000 τραπεζοϋπαλλήλους, φορτώνοντας όμως τον «μουντζούρη» στην κοινωνική ασφάλιση (με την ανοχή, αν όχι την αμέριστη συμπαράσταση του πρώην υπουργού Γ. Βρούτση). Αυτές οι εθελούσιες έξοδοι έγιναν παρατύπως αφού δεν πληρώθηκαν όλα όσα αναλογούσαν στις τράπεζες με βάση τον νόμο 3371/2005 (οι τράπεζες υποχρεούνται να συμμετέχουν στη ζημιά των ασφαλιστικών ταμείων). Στην ίδια κατηγορία εντάσσεται και το ΤΑΠΟΤΕ, που καλείται να πληρώσει τις ζημιές από δύο μαζικές εθελούσιες εξόδους που διενήργησε πέρυσι ο ΟΤΕ.

Τη συγκεκριμένη τοποθέτηση της κυβέρνησης απέναντι στις τράπεζες είχε θέσει ο αναπληρωτής υπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης Δ. Στρατούλης κατά τη συνάντηση με τους συνδικαλιστές της ΟΤΟΕ, στους οποίους είχε αναφέρει πως «οι τράπεζες οφείλουν να αναγνωρίσουν τα προβλήματα και τις υποχρεώσεις τους απέναντι στα ασφαλιστικά ταμεία και να ανταποκριθούν σε όσα τους αναλογούν».

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, για να επέλθει αυτή η κατάσταση και να παραμείνουμε μόνο στη συζήτηση για τα προκλητικά «ρετιρέ» των τραπεζών, συνέδραμαν τα μεγέθη του Ασφαλιστικού που απέκρυπτε τεχνηέντως ο πρώην υπουργός Γ. Βρούτσης και ανέδειξε σε όλη τους τη διάσταση ο αν. υπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης Δ. Στρατούλης μέσω του συστήματος ΗΛΙΟΣ.

Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία (που είναι αδιαμφισβήτητα), 1,2 εκατομμύρια συνταξιούχοι (44,8%) καλούνται να ζήσουν με μηνιαίες αποδοχές μέχρι 665 ευρώ. Οι περισσότερες αναπηρικές συντάξεις κυμαίνονται μεταξύ 250 και 540 ευρώ, ενώ οι συνταξιούχοι άνω των 61 ετών συνιστούν το 85,6%.

Στα 10 δισ. ο λογαριασμός

Νέα μέτρα σταθερής φορολογικής απόδοσης, που ανεβάζουν τον «λογαριασμό» κοντά στα 10 δισ. ευρώ ετοιμάζεται να κοινοποιήσει η κυβέρνηση στους δανειστές, οι οποίοι απέρριψαν τις «μιας χρήσεως» (one-off) παρεμβάσεις που πρότεινε η ελληνική πλευρά.

Σύμφωνα με καλά ενημερωμένες πηγές, η «λίστα» με τα μόνιμα εισπρακτικά μέτρα θα καταρτιστεί τα επόμενα 24ωρα, προκειμένου αυτή να είναι έτοιμη την επόμενη εβδομάδα που θα ξεκινήσει ο δεύτερος κύκλος συζητήσεων του Brussels Group.

Σε αυτές τις διαβουλεύσεις σκοπεύουν να εξετάσουν μία προς μία τις ελληνικές προτάσεις, από τις οποίες θα κρίνουν κατά πόσο αυτές ήρθαν ακόμη πιο κοντά στις δικές τους απαιτήσεις, διαμορφώνοντας έτσι προϋποθέσεις έστω και μερικής συμφωνίας. Θα ακολουθήσει το Euroworking Group που κατά πάσα πιθανότητα θα συνεδριάσει στις 20 με 21 Απριλίου και θα κρίνει αν η Αθήνα έκανε τη ρελάνς που χρειαζόταν για να «γεφυρωθεί» το χάσμα που κρατούσε σε απόσταση τις δύο πλευρές.

Εκτός από τις αυξήσεις στον ΦΠΑ και τις αλλαγές σε Ασφαλιστικό και εργασιακά, οι δανειστές έθεσαν ξαφνικά θέμα αντικατάστασης των έκτακτων μέτρων από μόνιμα.

Το αρχικό πακέτο που απέστειλε η κυβέρνηση στους θεσμούς απαρτίζονταν κυρίως από μέτρα «μιας χρήσεως», όπως: ο διαγωνισμός για την εκχώρηση των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών αδειών, οι ρυθμίσεις χρεών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, η δημιουργία μιας «bad bank» για την αντιμετώπιση των «κόκκινων δανείων», το «κλείσιμο» των εκκρεμουσών υποθέσεων φορολογίας κεφαλαίου (δωρεές, γονικές παροχές, κληρονομιές κ.λπ.) ακόμη και οι έλεγχοι που έχει δεσμευτεί ότι θα κάνουν οι ελληνικές αρχές στη λίστα «Λαγκάρντ» και στις offshore εταιρείες, προσδοκώντας σε έσοδα 875 εκατ. ευρώ. Η λίστα αυτή με τα 6,1 δισ. μέτρα δεν κατάφερε να πείσει τους δανειστές, που ζήτησαν να εμπλουτιστεί με περισσότερες παρεμβάσεις. Ετσι και έγινε. Το εισπρακτικό «πακέτο» ψήλωσε στα 7,1 δισ. ευρώ ή στα 8,5 δισ. ευρώ μαζί με τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις.

Ακόμη και αυτό δεν στάθηκε ικανό να κάμψει τις αντιστάσεις των πιστωτών, που διεμήνυσαν στην Αθήνα ότι θα «πρέπει να αποδείξει ότι θα πετύχει και θα διατηρήσει πρωτογενές πλεόνασμα βασισμένο σε μόνιμα μέτρα και όχι εφάπαξ. Το νέο διορθωτικό πακέτο που θα σταλεί θα φτάνει σε αξία τα 10 δισ. ευρώ μέσα από «στοχευμένες» παρεμβάσεις.

Τελικό ταμείο που θα κρίνει και το ενδεχόμενο οριστικής συμφωνίας θα γίνει στη συνεδρίαση του Eurogroup στις 24 Απριλίου, όπου οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης θα αποφανθούν αν η Ελλάδα πέτυχε το μίνιμουμ των δεσμεύσεων που απορρέουν από τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου. Είναι αυτό που θα αποφασίσει για το αν πρέπει να απελευθερωθεί μέρος από την εκκρεμούσα δόση των 7,2 δισ. ευρώ που θα βγάλει τη χώρα από τη στενωπό της ρευστότητας.