Φιλόδοξο στοίχημα, όχι μόνο για την κυβέρνηση που έχει δεσμευτεί για τη δημιουργία της, αλλά κυρίως για την εθνική οικονομία, αποτελεί η ίδρυση της πρώτης δημόσιας Αναπτυξιακής Τράπεζας στην Ελλάδα, η οποία προορίζεται να αποτελέσει τον βασικό χρηματοδοτικό πυλώνα για την υλοποίηση μεγάλων έργων υποδομής και επενδυτικών προγραμμάτων μεταξύ ιδιωτικών εταιρειών και κράτους στην περιφέρεια.
Ο σχεδιασμός για την ίδρυση της Εθνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, που εγκρίθηκε την περασμένη εβδομάδα από το κυβερνητικό συμβούλιο οικονομικής πολιτικής, έχει ένα σοβαρό μειονέκτημα, το οποίο η κυβέρνηση αναζητά τρόπους να ξεπεράσει γρήγορα: την έλλειψη κονδυλίων και χρηματοδοτικών εργαλείων, που θα αξιοποιηθούν υπέρ της πολυπόθητης ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Τα περίπου 1,5 δισ. ευρώ, που αποτελούν τα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια του Εθνικού Ταμείου Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων -των δύο φορέων δηλαδή που θα τεθούν υπό τη σκέπη της Αναπτυξιακής Τράπεζας- αποτελούν μια αρχική «μαγιά» ρευστότητας, αλλά προφανώς και δεν επαρκούν για την «επανεκκίνηση της ανάπτυξης» που φιλοδοξεί να πετύχει το επιτελείο του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Γιάννη Δραγασάκη, στην ευθύνη του οποίου ανήκει ο σχεδιασμός. Ούτως ή άλλως, για τη σύστασή της και μόνο απαιτείται αρχικό κεφάλαιο 2 δισ. ευρώ.
Γι’ αυτό και είναι πολύ πιθανό να ενταχθούν στην πορεία κι άλλοι φορείς χρηματοδότησης δημόσιου χαρακτήρα υπό την Αναπτυξιακή Τράπεζα, καθώς ο σχεδιασμός βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και το επόμενο διάστημα θα ανοίξει δημόσια διαβούλευση πάνω στο σχέδιο που επεξεργάζεται η κυβέρνηση προκειμένου να υποβληθούν προτάσεις.
Αυτό που προς το παρόν θεωρείται σίγουρο είναι πως δεν θα αξιοποιηθεί το Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο, που έχει συστήσει το Ελληνικό Δημόσιο με έδρα το Λουξεμβούργο, και στο οποίο συμμετέχουν με κεφάλαια άλλες αναπτυξιακές τράπεζες, όπως η γερμανική kWf και χρηματοδοτικοί φορείς.
Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στο γραφείο του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, η Αναπτυξιακή Τράπεζα θα έχει διαφορετικό μοντέλο και στόχευση από το Επενδυτικό Ταμείο. Θα ιδρυθεί μεν ως Ανώνυμη Εταιρεία, αλλά οι μετοχές του θα ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ θα λειτουργεί ως ανεξάρτητος φορέας με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια προκειμένου να αποφευχθεί η γραφειοκρατία.
Η κυβέρνηση μελετά μεταξύ άλλων λύσεων για τη χρηματοδότηση της τράπεζας και τις δυνατότητες που υπάρχουν για στρατηγικές συμμαχίες με αντίστοιχους διεθνείς φορείς στην Ευρώπη και τρίτες χώρες, χωρίς ωστόσο να αλλοιώνεται ο δημόσιος χαρακτήρας του φορέα. Επιπλέον θα εξετάσει και τη δυνατότητα διεύρυνσης της κεφαλαιακής βάσης μέσω της αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου. Σήμερα από κοινού το ΕΤΕΑΝ και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων έχουν συνολικό ενεργητικό 9,5 δισ. ευρώ, καταθέσεις 5,5 δισ. ευρώ και ίδια κεφάλαια 1,5 δισ. ευρώ.
Στόχος της Αναπτυξιακής Τράπεζας είναι μελλοντικά να λειτουργήσει ως εργαλείο σχεδιασμού και υλοποίησης επενδύσεων μεγάλης κλίμακας, όπως τα δημόσια έργα υποδομής, να χρηματοδοτήσει σχέδια μικρομεσαίων επιχειρήσεων και δράσεις περιφερειακής ανάπτυξης.
Είναι προφανές πως η κυβέρνηση θα αξιοποιήσει τη νέα αυτή τράπεζα για να διαχειριστεί μέρος των κεφαλαίων που αναλογούν στη χώρα από το αναπτυξιακό «πακέτο Γιούνκερ», μέσω του οποίου η Ελλάδα διεκδικεί κονδύλια ύψους 12-15 δισ. ευρώ για έργα που θα τονώσουν την ανάπτυξη και τις θέσεις εργασίας, αλλά και να θέσει υπό ενιαία «διαχείριση» κοινοτικά και εθνικά κονδύλια από το ΕΣΠΑ για τις επιχειρήσεις, τη ρευστότητα κ.ά.
Οι προτεραιότητες
Εκτιμάται πως μεγάλης κλίμακας επενδύσεις από δημόσιες επιχειρήσεις, όπως λ.χ. στην ενέργεια, όπου χρειάζονται πολλά δισεκατομμύρια για την ηλεκτρική διασύνδεση των νησιών (Κυκλάδες, Κρήτη κ.ά.) με το ηπειρωτικό σύστημα, ή τα έργα διασυνδέσεων φυσικού αερίου κ.ά., ότι θα αποτελέσουν έργα προτεραιότητας για να χρηματοδοτηθούν από τη νέα Αναπτυξιακή Τράπεζα.
Η κυβέρνηση θα επιθυμούσε, σύμφωνα με τον σχεδιασμό που έχει κάνει, η Αναπτυξιακή Τράπεζα να είναι σε θέση να λειτουργήσει μέχρι το τέλος του χρόνου. Θα χρειαστεί, ωστόσο, τα πράγματα να βελτιωθούν σημαντικά σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση και παράλληλα να τρέξει πολύ γρήγορα τις διαδικασίες δημιουργίας του σχετικού θεσμικού πλαισίου ίδρυσης και στελέχωσης, που εκτιμάται ότι είναι αρκετά χρονοβόρες.
