Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι συνθήκες στις οποίες βρίσκεται η χώρα είναι γνωστές, και βιωματικά, σχεδόν σε όλους. Εντούτοις στην κυβέρνηση επιμένουν να μιλούν για μια χώρα που είναι μαγαζί γωνία, περιζήτητη από Ε.Ε. και ΝΑΤΟ, Ρωσία, Κίνα, Βραζιλία και Ινδία. Και βέβαια υπάρχουν χώρες με δεσπόζουσα θέση. Όμως, είναι σε τέτοια θέση σήμερα η Ελλάδα; 

Εάν οι χώρες είναι σαν τα μαγαζιά και τα γωνιακά έχουν μεγαλύτερη σημασία σε σχέση με τα υπόλοιπα, θα έπρεπε να αναρωτηθούμε γιατί περίκλειστες χώρες είναι οικονομικοί και πολιτικοί κόμβοι, ενώ αντιθέτως άλλες γωνιακές, σαν τη δική μας, μοιάζουν με παρηκμασμένες καφετέριες.

Στη γειτονιά μας ειδικά είναι πολλές. Η θέση λοιπόν κάθε χώρας είναι μία από τις παραμέτρους που ορίζουν την εξέλιξη και τον ρόλο της στη διεθνή σκηνή. Οι άλλες παράμετροι είναι λιγότερο σταθερές, αλλά, ως μεταβλητές, κατά περιόδους έχουν μεγαλύτερη σημασία. Τα τελευταία 30 χρόνια, η θέση της Ελλάδας ορίζεται από τη συμμετοχή στην Ε.Ε., την πολιτική σταθερότητα και τη σχετική κοινωνική συνοχή.

Ξεκινώντας αντιστρόφως, η συνοχή είναι πλέον ζητούμενο έπειτα από πέντε χρόνια σκληρής λιτότητας, η πολιτική σταθερότητα κάθε άλλο παρά αδιατάρακτη και όσο για την οικονομική επιρροή στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης, βαίνει φθίνουσα.

Συνεπώς, εάν διατηρεί τη σημασία της ως μαγαζί γωνία, είναι για την Ε.Ε. ως πύλη. Υπό αυτήν την οπτική, ερμηνεύεται το εμπορικό ενδιαφέρον της Κίνας, το πολιτικό ενδιαφέρον της Ρωσίας και όποιο ενδιαφέρον εκδηλωθεί μελλοντικά από την Ινδία, τη Βραζιλία ή άλλη ανερχόμενη οικονομική δύναμη. 

Πώς όμως σχεδιάζει να εκμεταλλευτεί η κυβέρνηση τη θέση της χώρας; Αναβαθμίζοντας τις σχέσεις με τις τρίτες χώρες και εμπλουτίζοντας το πλέγμα των διαμεσολαβήσεων με την Ε.Ε.; Για την ώρα δεν είναι ξεκάθαρες οι κυβερνητικές επιδιώξεις.

Και αν ήταν, έχουν θολώσει από τις ερμηνείες που έχουν δοθεί στο ταξίδι του πρωθυπουργού στη Μόσχα, του αντιπροέδρου στο Πεκίνο, του υπουργού Άμυνας Π. Καμμένου πάλι στη Μόσχα (για ένα Καλάσνικοφ και μια βότκα) και του υπουργού Εξωτερικών Ν. Κοτζιά. Η εντύπωση που είχε δημιουργηθεί αρχικά είναι ότι από αυτές τις επαφές θα έρθουν λεφτά και θα αυξηθεί η διαπραγματευτική ισχύς της κυβέρνησης στις συζητήσεις με τους εταίρους για το πρόβλημα της οικονομίας.

Πλην όμως, οι τρίτες χώρες που δείχνουν ενδιαφέρον για την Ελλάδα αποσκοπούν στην αγορά της Ε.Ε. Συνεπώς θα ήταν πολιτικά και διπλωματικά ανόητο να στραφούν έστω και κατά έμμεσο τρόπο κατά της Ε.Ε., δίνοντας πλεονέκτημα στην Ελλάδα και με κίνδυνο την επομένη να τη δουν εκτός Ε.Ε. Αλλωστε, πριν από την κυβέρνηση Τσίπρα και άλλες κυβερνήσεις είχαν κάνει παρόμοιες βολιδοσκοπήσεις, από τον Γ. Παπανδρέου μέχρι και τον Αντ. Σαμαρά, και απέτυχαν οικτρά. Λεφτά χωρίς ανάλογα ανταλλάγματα δεν δίνονται.

Το πρόβλημα όμως δεν εξαντλείται στην αποτυχία εξεύρεσης εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης. Ακόμη και αν υποθέταμε ότι οι τρίτες χώρες θα έδιναν ρέστα για την Ελλάδα, θα αρκούσαν αυτά τα χρήματα για να βγει η χώρα από την οικονομική περιδίνηση στην οποία βρίσκεται;

Επιπλέον, ποια ανταλλάγματα θα έδινε η Ελλάδα; Εάν η κυβέρνηση δεν μπορεί να αποδεχτεί το πακέτο των ιδιωτικοποιήσεων που αξιώνουν οι «θεσμοί», ΔΝΤ, ΕΚΤ και Ε.Ε., θα μπορούσε να αντέξει το πακέτο που θα ζητούσαν οι τρίτοι «επενδυτές»;

Οι κινήσεις της κυβέρνησης προς τη Ρωσία και την Κίνα προκάλεσαν -όπως έχει γίνει σαφές- ενόχληση και στην Ε.Ε. αλλά και στις ΗΠΑ. Το γεγονός ότι κατέληξαν άκαρπες, μπορεί να έχει αμβλύνει την ενόχληση, όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι έχει αμβλυνθεί και η καχυποψία ως προς το τι επιδιώκει η κυβέρνηση. 

Το πρόβλημα τώρα είναι ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ των δανειστών και ο χώρος που υπήρχε περιορίζεται καθώς δεν υπάρχουν τα μέσα. Είτε βρεθεί στο τέλος ένας συμβιβασμός είτε επέλθει ρήξη, ο λογαριασμός βγαίνει μία η άλλη για τους εταίρους και αυτό βαραίνει αρνητικά για τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας.

Έχοντας εξαντλήσει η χώρα όλα τα ταμειακά διαθέσιμα, τον χρόνο που είχε από τους εταίρους και τις ελπίδες που έτρεφε για βοήθεια από τρίτους, μπαίνει στην τελική φάση των συνομιλιών αποδυναμωμένη. Το βάρος όλο πέφτει στην κυβέρνηση. Οι εταίροι έπαιξαν και πάλι το ίδιο παιχνίδι που παίζουν από την αρχή της κρίσης, και μάλιστα αυτή τη φορά με μικρότερο ρίσκο. Σχεδόν εκ του ασφαλούς.

Όσο δύσκολο τους είναι να σπρώξουν την Ελλάδα στην έξοδο, αναλαμβάνοντας και μέρος του χρέους προς το ΔΝΤ και την ΕΚΤ, άλλο τόσο δύσκολο τους φαίνεται να προωθήσουν ένα νέο χρηματοδοτικό πρόγραμμα, τη στιγμή που τα προηγούμενα απέτυχαν και τίποτε δεν εγγυάται ότι το επόμενο θα έχει αποτέλεσμα.

Αυτό που τους απασχολεί είναι να μεταθέσουν την ευθύνη στην Ελλάδα. Το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση έχει σταθμίσει τις συνέπειες για κάθε περίπτωση και υπό ποιες προϋποθέσεις είναι η μία ή η άλλη επωφελής ή, έστω, λιγότερο επικίνδυνη. Εάν δεν υπάρχει απάντηση σε αυτό το ερώτημα, κι όλο το σύμπαν να θέλει να βοηθήσει το πρόβλημα δεν θα λυθεί και η χώρα μπορεί να βρεθεί στη γωνία.