Είναι τραγικό, αλλά φαίνεται πως χρειαζόταν ο τρομερός σεισμός στη «στέγη του κόσμου» για να θυμηθεί ο υπόλοιπος πλανήτης πόσο μοναδική, στις αντιφάσεις της, χώρα είναι το μυθικό Νεπάλ: μια χώρα που χάρη στις εκπληκτικές βουνοκορφές και την πανάρχαια κουλτούρα της παραμένει στα μυαλά των Δυτικών τουριστών ένας ρομαντικός, ονειρικός τουριστικός παράδεισος, ένα «χαμένο βασίλειο» των θρύλων βγαλμένο από το μυθιστορηματικό Shangri-La από την ταινία του Κάπρα «Χαμένος ορίζοντας», ενώ στην πραγματικότητα είναι –παρά τις διαδοχικές εξεγέρσεις του λαού του– ένα από τα φτωχότερα και πλέον καθυστερημένα οικονομικά και κοινωνικά κράτη του κόσμου.
Ενα βασίλειο απομονωμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, συμπιεσμένο ανάμεσα σε δύο γιγαντιαίες αυτοκρατορίες, την Κίνα και την Ινδία, και προτεκτοράτο των Αγγλων για πολλές δεκαετίες, το Νεπάλ μοιάζει ακόμη και σήμερα ένας τόπος παγωμένος στον χρόνο, καταδικασμένος να ζει στον Μεσαίωνα.
Μάταια προσπαθούν οι κάτοικοί του να απαλλαγούν από τον διπλό ζυγό της θρησκοληψίας και του άκαμπτου ταξικού συστήματος: το 1951 επαναστάτησαν, επηρεασμένοι από το ινδικό κίνημα ανεξαρτησίας του Νεχρού και του Γκάντι, απαιτώντας κατάργηση της μοναρχίας.
Επειτα από έναν σύντομο εμφύλιο, το κόμμα «Κογκρέσο του Νεπάλ» εξεδίωξε τον βασιλιά, δημιουργώντας ελπίδες για εκσυγχρονισμό της κοινωνίας. Ακολούθησε ένα πρώτο αποτυχημένο «πείραμα» κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, το 1959-62, και κατόπιν η χώρα δυστυχώς επέστρεψε στην απολυταρχία με βασιλικό πραξικόπημα, που είχε τις «πλάτες» του στρατού, του κλήρου και των ξένων επικυρίαρχων.
Τα πολιτικά κόμματα τέθηκαν εκτός νόμου, οι φυλακές γέμισαν πολιτικούς κρατουμένους, και για τα επόμενα τριάντα χρόνια το Νεπάλ επέστρεψε στο οπισθοδρομικό status quo ante.
Ομως ο κόσμος πεινούσε, τα χρήματα από τον τουρισμό πήγαιναν σε λιγοστές τσέπες και σύντομα τα πάθη δυνάμωσαν και πάλι: Το 1979, μεγάλες φοιτητικές και αγροτικές διαδηλώσεις ανάγκασαν τον βασιλιά Μπιρέντρα σε μετριοπαθείς πολιτικές «μεταρρυθμίσεις», που όμως απείχαν πολύ από τα λαϊκά αιτήματα για κοινωνική δικαιοσύνη και αναδασμό της γης.
Σύντομα το ηφαίστειο εξερράγη ξανά, και οι πρώτες ελεύθερες εκλογές του 1991 κατέληξαν σε θρίαμβο του «Κογκρέσου», που σχημάτισε την πρώτη κυβέρνηση σε ένα μεικτό πολίτευμα «βασιλευομένης δημοκρατίας».
Γενική απεργία
Σύντομα όμως η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο των νέων κυβερνώντων. Με την οικονομία σε βαθιά κρίση και τις τιμές βασικών αγαθών στα ύψη, η μαοϊκή Αριστερά οργάνωσε μια μαζική αντικυβερνητική εκστρατεία, που κορυφώθηκε στη γενική απεργία της 6ης Απριλίου 1992.
Η απεργία σημαδεύτηκε από άγριες συγκρούσεις με την αστυνομία, με δεκάδες νεκρούς από τις σφαίρες, και οι δυνάμεις της αντίδρασης κατάφεραν να πνίξουν στο αίμα και αυτό το κίνημα. Ομως η βίαιη καταστολή οδήγησε στη ριζοσπαστικοποίηση χιλιάδων ακτιβιστών της Αριστεράς, που συνειδητοποίησαν ότι ο μόνος δρόμος προς τον εκσυγχρονισμό ήταν μια ένοπλη εξέγερση.
Πράγματι, τον Φλεβάρη του 1996 το Κομμουνιστικό Κόμμα του Νεπάλ ξεκίνησε σε πέντε επαρχίες τον ένοπλο αγώνα, ακολουθώντας την στρατηγική του Μάο περί «λαϊκού πολέμου». Ηταν η αρχή ενός αιματηρού εμφυλίου, που κράτησε περισσότερα από δέκα χρόνια και στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 12.000 ανθρώπους, αντάρτες και αμάχους στην πλειονότητά τους, αλλά τελικά οδήγησε στον τερματισμό του μοναρχικού συστήματος.
Χρειάστηκε, βέβαια, να «βοηθήσει» το γύρισμα των τροχών της Ιστορίας και ένας σχιζοφρενής πρίγκιπας, ο Ντιπέντρα, ο οποίος τον Ιούνιο του 2001 δολοφόνησε με αυτόματο όπλο τον βασιλιά Μπιρέντρα και τους περισσότερους πρίγκιπες-διαδόχους της δυναστείας.
Ηταν η αρχή του τέλους για τη βασιλική οικογένεια, που ύστερα από μερικά ακόμη χρόνια μετωπικής στρατιωτικής σύγκρουσης με τους αντάρτες –αλλά και μεγάλων διαδηλώσεων και απεργιών μέσα στη στρατοκρατούμενη πρωτεύουσα Κατμαντού, που οδήγησαν σε στρατηγική συμμαχία του Κ.Κ. με το Κογκρέσο και πέντε ακόμη αστικά κόμματα- αναγκάστηκε να εγκαταλείψει έπειτα από 240 χρόνια την εξουσία.
Στις ιστορικές εκλογές του Απρίλη 2008, οι μαοϊκοί νίκησαν, σχηματίζοντας την πρώτη κυβέρνηση της Δημοκρατίας του Νεπάλ. Και ο ιστορικός ηγέτης της εξέγερσης, ο Πούσπα Καμάλ Νταχάλ, πιο γνωστός με το nom de guerre Πατσάντρα, έγινε τον Αύγουστο του 2008 ο πρώτος πρωθυπουργός του νέου Νεπάλ.
Δυστυχώς, το τέλος του εμφύλιου πολέμου και η «συμφωνία κυρίων» μεταξύ των αστικών κομμάτων και του μαοϊκού κινήματος δεν στάθηκαν ώς σήμερα αρκετά για να οδηγήσουν τη χώρα σε μια νέα, καλύτερη εποχή: Η πολιτική αστάθεια παραμένει, καθώς τα κόμματα αδυνατούν ώς και σήμερα να συμφωνήσουν σε ένα νέο Σύνταγμα, με το ζήτημα του ανασχεδιασμού των επαρχιών και της αναδιανομής της αγροτικής γης να μένει άλυτο, καθώς η παλαιά φεουδαρχική και μοναστική ελίτ διατηρεί μεγάλο μέρος του πλούτου και των προνομίων της.
Απόλυτη φτώχεια
Στην πραγματικότητα η συντριπτική πλειονότητα των 28 εκατομμυρίων Νεπαλέζων εξακολουθεί να ζει σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, εξαρτημένη από την άγονη γη και τη λιγοστή ξένη βοήθεια, χωρίς την οποία είναι βέβαιο πως εκατομμύρια θα λιμοκτονούσαν. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν ξεπερνά τα 730 δολάρια, από τα χαμηλότερα νούμερα σε όλο τον κόσμο.
Η κυβέρνηση του Κ.Κ. κατέρρευσε το 2012 και η δυσαρέσκεια εκατομμυρίων Νεπαλέζων για την αδυναμία των επαναστατών να αλλάξουν γρήγορα τη χώρα εκδηλώθηκε στις εκλογές του Νοέμβρη 2013, όταν το Ενωμένο Κομμουνιστικό Κόμμα του Νεπάλ βγήκε μόλις τρίτο και στην πρωθυπουργική καρέκλα κάθισε -με τις ψήφους και των βουλευτών του ΕΚΚΝ- ο γηραιός και ασθενής ηγέτης (και γιος του ιδρυτή) του «Κογκρέσου», Σουσίλ Κοϊράλα.
Ο Κοϊράλα, που καλείται τώρα να αντιμετωπίσει με τους ισχνούς πόρους του κράτους του και την όποια βοήθεια από το εξωτερικό μία ακόμη μεγάλη φυσική και κοινωνική καταστροφή…
