Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε «απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ» αναγόρευσε χτες και επίσημα τη Βενεζουέλα ο Μπαράκ Ομπάμα, ανακοινώνοντας σειρά από «προληπτικές» κυρώσεις σε βάρος επτά αξιωματούχων της κυβέρνησης του Νικολάς Μαδούρο και προειδοποιώντας πως θα ακολουθήσουν και άλλες βαρύτερες κυρώσεις, εάν το Καράκας δεν συμμορφωθεί προς τας υποδείξεις της Ουάσινγκτον όσον αφορά την αντιμετώπιση της (ανοιχτά φιλο-αμερικανικής) αντιπολίτευσης.

Αντίστοιχη γλώσσα έχει, άλλωστε, χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν και για άλλες χώρες που αντιμετώπισαν πολιτικές και εμπορικές κυρώσεις από τις ΗΠΑ, όπως η Κούβα, το Ιράν και η Συρία.

Συγκεκριμένα ο Ομπάμα κάνει λόγο για «εκφοβισμό των πολιτικών αντιπάλων» και «ποινικοποίηση των διαφωνιών» από την κυβέρνηση Μαδούρο, και απαιτεί την «άμεση απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων», στους οποίους περιλαμβάνει και «δεκάδες κρατούμενους φοιτητές και μαθητές».

Στο εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε ο Αμερικανός ηγέτης, στοχοποιούνται μάλιστα επτά αξιωματούχοι –ανάμεσά τους και οι επικεφαλής των υπηρεσιών εσωτερικής ασφάλειας και πληροφοριών της Βενεζουέλας– που σύμφωνα με την αμερικανική κυβέρνηση «συμμετείχαν σε βίαιες ενέργειες ή παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην απαγόρευση ή την ποινικοποίηση της ελευθερίας της έκφρασης ή εμπλέκονται σε σκάνδαλα διαφθοράς».

Οπως είχε συμβεί στο πρόσφατο παρελθόν και με τη Ρωσία, στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης για το ουκρανικό, στα εν λόγω κυβερνητικά στελέχη θα απαγορευτεί η είσοδος στις ΗΠΑ, και θα κινηθούν οι διαδικασίες για το πάγωμα των περιουσιακών στοιχείων τους σε αμερικανικές τράπεζες.

Φυσικά, το επίσημο προεδρικό διάταγμα του Ομπάμα δεν εξηγεί γιατί τα παραπάνω συνιστούν «απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ», ούτε γιατί η Βενεζουέλα απειλείται με ακόμη βαρύτερες κυρώσεις αν δεν συμμορφωθεί: το μόνο που προστίθεται είναι η (ψευδής, φυσικά) διαβεβαίωση πως οι κυρώσεις δεν στρέφονται κατά του λαού ή της οικονομίας της Βενεζουέλας.

Το σίγουρο είναι πως η οικονομία της Βενεζουέλας αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση –όπως και άλλες «επικίνδυνες για τις ΗΠΑ» χώρες, σαν τη Ρωσία και το Ιράν– λόγω της μεγάλης και εν πολλοίς τεχνητής πτώσης στις τιμές του πετρελαίου. Και η τρέχουσα αντιπαράθεση είναι η φυσική συνέχεια σε μια βίαιη διπλωματική και οικονομική σύγκρουση που έχει αρχίσει εδώ και δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια –για την ακρίβεια, από τον καιρό που πρωτοανέλαβε την εξουσία ο Ούγκο Τσάβες, το 1999– και είναι βέβαιο πως θα κλιμακωθεί, καθώς ο διάδοχος του Τσάβες, ο Μαδούρο, δεν δείχνει ικανός να αντιμετωπίσει την κρίση, ούτε διαθέτει το χάρισμα και τη δημοφιλία του εκλιπόντος προκατόχου του.

Ως γνωστόν, ο Μαδούρο έχει καταγγείλει ανοιχτά τους τελευταίους μήνες την Ουάσινγκτον για χειραγώγηση της διεθνούς αγοράς πετρελαίου και εξύφανση συνωμοσιών για την ανατροπή του, σε συνεργασία με την Κολομβία – ένα «αφήγημα» που είχε επανηλειμμένα, και όχι πάντα άδικα, χρησιμοποιήσει στο παρελθόν και ο ίδιος ο Τσάβες.

Μάλιστα, την περασμένη εβδομάδα είχε ουσιαστικά απαιτήσει από τις ΗΠΑ την άμεση περικοπή του προσωπικού της πρεσβείας τους στο Καράκας στα 17 μόλις άτομα, από 100 σήμερα, κατηγορώντας τη διπλωματική αποστολή για κατασκοπία και «προλείανση» ενός πραξικοπήματος σε βάρος του.

Το μεγάλο ερώτημα τώρα είναι αν η ντε φάκτο επιδείνωση των διπλωματικών σχέσεων και το «γαϊτανάκι» των κυρώσεων θα επηρεάσει άμεσα και τις οικονομικές σχέσεις των δυο κρατών: η Βενεζουέλα παραμένει η τέταρτη μεγαλύτερη προμηθευτής πετρελαίου των ΗΠΑ, παρέχοντάς τους περίπου 733.000 βαρέλια αργού ημερησίως.