Την παγκόσμια εναντίωση στις μαζικές παρακολουθήσεις των ΗΠΑ σε διαδίκτυο και τηλεφωνικές συνδιαλέξεις αποκαλύπτει εκτενής δημοσκόπηση που έδωσε στη δημοσιότητα την Τετάρτη 18 Μαρτίου η Διεθνής Αμνηστία με αφορμή την έναρξη της παγκόσμιας εκστρατείας της #UnfollowMe.
Συγκεκριμένα το 71% των ερωτηθέντων ήταν έντονα αντίθετοι/ες με την επίβλεψη της χρήσης του διαδικτύου από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, σχεδόν τα δύο τρίτα δήλωσαν πως επιθυμούν οι εταιρείες τεχνολογίας, όπως η Google, η Microsoft και η Yahoo, να παρέχουν ασφαλείς επικοινωνίες ώστε να αποτρέπεται η κυβερνητική πρόσβαση, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, που απευθύνθηκε σε 15.000 άτομα από 13 χώρες όλων των ηπείρων.
«Οι ΗΠΑ πρέπει να δουν αυτή τη δημοσκόπηση ως προειδοποίηση ότι η παρακολούθηση πλήττει την αξιοπιστία τους. Ο πρόεδρος Ομπάμα πρέπει να ακούσει τους ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο και να σταματήσει να χρησιμοποιεί το διαδίκτυο ως μέσο για τη μαζική συλλογή πληροφοριών για τις ιδιωτικές ζωές των ανθρώπων», δήλωσε ο Salil Shetty, Γενικός Γραμματέας της Διεθνούς Αμνηστίας εξηγώντας ότι «η σημερινή τεχνολογία δίνει στις κυβερνήσεις μια άνευ προηγουμένου δύναμη να παρακολουθούν τι κάνουμε στο διαδίκτυο. Χρειαζόμαστε ανεξάρτητο έλεγχο για να επιτηρούμε τους επιτηρητές ώστε να μην γίνεται κατάχρηση της εξουσίας. Ωστόσο, ακόμα και σήμερα οι χώρες δεν διαθέτουν νόμους – ή έχουν ελάχιστους- που προστατεύουν πραγματικά το ανθρώπινο δικαίωμά μας στην ιδιωτικότητα ενάντια στην αδιάκριτη μαζική παρακολούθηση. Στην πραγματικότητα, όλο και περισσότερες χώρες σκέφτονται την εισαγωγή νόμων που δίνουν ευρύτερες εξουσίες παρακολούθησης εις βάρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Απεριόριστες παρακολουθήσεις
Όπως είναι γνωστό, τον Ιούνιο του 2013 ο πληροφοριοδότης (whistle-blower) Έντουαρντ Σνόουντεν αποκάλυψε ότι η Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας των ΗΠΑ είχε την άδεια να παρακολουθεί τη χρήση του διαδικτύου και των τηλεφωνικών γραμμών σε 193 χώρες παγκοσμίως. Αποτυπώνοντας τις δυνατότητες παρακολούθησης της υπηρεσίας, αποκαλύφθηκε ότι συγκέντρωνε ημερησίως 5 δισεκατομμύρια αρχεία για τον εντοπισμό θέσης μέσω κινητού τηλεφώνου και 42 δισεκατομμύρια αρχεία διαδικτύου κάθε μήνα, συμπεριλαμβανομένων διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και ιστορικών αναζήτησης.
Ωστόσο η μαζική παρακολούθηση από τις ΗΠΑ προκαλεί αντιδράσεις: η ισχυρότερη εναντίωση στην υποκλοπή, αποθήκευση και ανάλυση της χρήσης του διαδικτύου από τις ΗΠΑ καταγράφηκε στη Βραζιλία (80% εναντίον) και τη Γερμανία (81%). Μάλιστα σε συνέχεια των αποκαλύψεων του Σνόουντεν, υπήρξε ευρεία δημόσια κατακραυγή και στις δύο χώρες όταν αποκαλύφθηκε ότι ακόμα και οι τηλεφωνικές κλήσεις της Προέδρου της Βραζιλίας Ντίλμα Ρούσεφ και της Γερμανίδας Καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ ήταν υπό παρακολούθηση από τις ΗΠΑ. Και μπορεί στη Γαλλία η εναντίωση να είναι λιγότερο έντονη, αλλά η πλειοψηφία των ανθρώπων (56%) παραμένει αντίθετη στην παρακολούθηση από τις ΗΠΑ σύμφωνα με τη δημοσκόπηση που έγινε μετά την επίθεση στην εφημερίδα Charlie Hebdo.
Ένα ενδιαφέρον εύρημα της δημοσκόπησης είναι ότι ακόμα και σύμμαχοι-κλειδιά των ΗΠΑ τάσσονται κατά των παρακολουθήσεων: μπορεί οι ΗΠΑ να μοιράζονται τα αποτέλεσμα του προγράμματος μαζικής παρακολούθησης με την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Νέα Ζηλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο υπό τη «Συμμαχία των 5 Οφθαλμών (Five Eyes Alliance)» αλλά και σε αυτές τις χώρες, οι άνθρωποι που αντιτίθεται είναι τουλάχιστον τριπλάσιοι (70%) από εκείνους που την υποστηρίζουν (17%). Ακόμη και στις ίδιες τις ΗΠΑ η πλειοψηφία των πολιτών (63%) είναι εναντίον του προγράμματος παρακολούθησης της κυβέρνησής τους, συγκριτικά με μόλις το 20% που είναι υπέρ.
Επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η πλειοψηφία του κόσμου πιστεύει ότι οι εταιρείες τεχνολογίας, όπως η Google, η Microsoft και η Yahoo, έχουν υποχρέωση να τους βοηθήσουν να προφυλάξουν τις προσωπικές τους πληροφορίες από τις κυβερνήσεις (60%) σε σύγκριση με εκείνους που συμφωνούν ότι οι εταιρίες πρέπει να δίνουν στις αρχές πρόσβαση σε δεδομένα (26%).
Η Διεθνής Αμνηστία, θυμίζει ότι το 2013, οι φάκελοι της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας που διέρρευσαν, αποκάλυψαν ότι οι εταιρίες τεχνολογίας είχαν συνεργαστεί με τις αρχές των ΗΠΑ για να διευκολύνουν την παρακολούθηση της χρήσης εφαρμογών, όπως οι διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και οι πλατφόρμες μέσων κοινωνικών δικτύωσης.
«Οι εταιρίες τεχνολογίας πρέπει να κάνουν μια επιλογή σχετικά με το μέλλον του διαδικτύου. Πρέπει να είναι ένας χώρος έκφρασης ή περιορισμών; Μπορούν να ζητήσουν από τους χρήστες τους να εγκαταλείψουν το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής όταν μπαίνουν στο διαδίκτυο ή να τους δώσουν τον έλεγχο στα προσωπικά τους δεδομένα», σύμφωνα με τον Salil Shetty.
Ούτε παρακολούθηση «κατ’ οίκον»
Και στις 13 χώρες που περιλαμβάνονταν στη δημοσκόπηση, οι πολίτες δεν ήθελαν η κυβέρνησή τους να υποκλέπτει ή να αποθηκεύει και να αναλύει τη χρήση του διαδικτύου και των τηλεφωνικών κλήσεων. Κατά μέσο όρο, διπλάσιος αριθμός ατόμων ήταν εναντίον της παρακολούθησης από την κυβέρνησή τους (59%) συγκριτικά με εκείνους που την ενέκριναν (26%).
Οι πολίτες αντιτίθενται και στη μαζική παρακολούθησή τους ακόμη και από τις ίδιες τους τις κυβερνήσεις με τα μεγαλύτερα ποσοστά να συγκεντρώνουν η Βραζιλία (65%) και η Γερμανία (69%). Άλλωστε είχε δημιουργηθεί μεγάλος σάλος όταν αποκαλύφθηκε ότι στην Ισπανία η Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας είχε καταγράψει 60 εκατομμύρια τηλεφωνημάτων το 2013, κατατάσσοντάς την έτσι μεταξύ των πρώτων χωρών εναντίον της παρακολούθησης (67%).
«Ο κόσμος θέλει να ακολουθείται από τους φίλους τους, όχι από τις κυβερνήσεις. Δεν θέλουν να ζουν υπό καθεστώς συνεχούς ελέγχου από ένα σύστημα παρακολούθησης ‘μεγάλου αδερφού’», σύμφωνα με τον Salil Shetty.
Ξένοι ο νέος «εσωτερικός εχθρός»;
Η δημοσκόπηση φέρνει στο φως και ξενοφοβικές αντιδράσεις καθώς η αντίσταση απέναντι στην παρακολούθηση κάμπτεται σημαντικά όταν αφορά ξένους που ζουν σε χώρες υποδοχής. Στις 13 χώρες, ελάχιστα περισσότεροι (45% κατά μέσο όρο) εγκρίνουν όταν οι κυβερνήσεις τους παρακολουθούν τη χρήση διαδικτύου και τηλεφωνικές επικοινωνίες ξένων που ζουν στην χώρα τους, σε σύγκριση με το 40% που είναι εναντίον.
Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο έρχονται πρώτες μεταξύ των χωρών που είναι υπέρ της παρακολούθησης ξένων που ζουν στην χώρα τους, με διπλάσιο ποσοστό να εγκρίνει αυτή την τακτική (54% και 55% αντιστοίχως) σε σύγκριση με το ποσοστό εκείνων που είναι αντίθετοι (27% και 26% αντιστοίχως). Ομοίως, οι μισοί πολίτες των ΗΠΑ πίστευαν ότι η κυβέρνησή τους πρέπει να παρακολουθεί τη χρήση του διαδικτύου και των τηλεφωνικών επικοινωνιών των ξένων στις ΗΠΑ, με μόλις το 30% να είναι κατά αυτής της τακτικής.
Κάτι που είναι «ενδεικτικό του κλίματος φόβου που έχει προκληθεί για να δικαιολογήσει αυτή την παρακολούθηση. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να αντιμετωπίσουν την ξενοφοβία και να παραδεχτούν ότι η θυσία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν θα φέρει μεγαλύτερη ασφάλεια» όπως σχολίασε σχετικά ο Salil Shetty.
Σε μία προσπάθεια να κάμψει την αδιάκριτη μαζική παρακολούθηση η Διεθνής Αμνηστία ανακοίνωσε ότι έχει ήδη λάβει νομικά μέτρα κατά των κυβερνήσεων των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου. Εγκαινιάζοντας τη νέα της εκστρατεία #UnfollowMe η διεθνής οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων καλεί τις κυβερνήσεις να επιβάλλουν διαφάνεια και επίβλεψη γύρω από το ζήτημα της μαζικής παρακολούθησης.
