«Όλα όσα γνωρίζω περί ηθικής και πειθαρχίας τα έχω μάθει από το ποδόσφαιρο»
Αλμπέρ Καμί
Στις σύγχρονες κοινωνίες, ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δόμησης τους αλλά και τα διαφορετικά επιμέρους πολιτισμικά πρότυπα, υπάρχουν ορισμένες δραστηριότητες που απασχολούν μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού. Μια από αυτές, με μεγάλη δημοφιλία είναι η αλήθεια, είναι το ποδόσφαιρο. Φυσικά, ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του τρόπο «προσέγγισης» του φαινομένου. Πολλοί αδιαφορούν πλήρως, ενώ δεν είναι λίγοι όσοι ειρωνεύονται κιόλας -εκφράζοντας μια κάπως ελιτίστικη προδιάθεση. Άλλοι, πάλι, ασχολούνται επαγγελματικά με αυτό από ετερόκλητα πόστα. Άλλος μπορεί να είναι ποδοσφαιριστής, άλλος παράγοντας, άλλος διαιτητής, άλλος φυσικοθεραπευτής, άλλος οπαδός, άλλος φίλαθλος, και άλλος -κατά βάση- παίκτης του στοιχήματος. Σε όλες αυτές τις επιμέρους κατηγοριοποιήσεις ενυπάρχει το «υγιές» στοιχείο με το «παρασιτικό». Η ποικιλομορφία αυτή είναι μέρος που ενσαρκώνει το όλον του πράγματος.
Οι μέρες που διανύουμε είναι καθοριστικές για το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Μια σειρά γεγονότων (με αποκορύφωμα τα επεισόδια στο πρόσφατο ντέρμπι Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός) έφεραν τη νέα κυβέρνηση «προ των ευθυνών» της, όπως και σε όλους τους άλλους τομείς που άπτονται της διακυβέρνησης μιας χώρας. Πρόσφατα δημοσιεύματα έκαναν λόγο για «μαρξιστικές» τάσεις στην οικονομική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και «θατσερικές» όσον αφορά στο θέμα της βίας των γηπέδων. Πέρα από τις εύλογες αναγωγές και τα πιασάρικα ευφυολογήματα (όσο εύστοχα ή λιγότερο τα θεωρεί ο οποιοσδήποτε…) κάθε εφαρμοσμένη πρακτική, όπου και όπως εκδηλώνεται, έχει γενεσιουργά αίτια.
Εδώ στην Ελλάδα έχουμε σε μεγάλο ποσοστό σφετεριστεί τα πάντα, άρα και το ποδόσφαιρο. Δεν αρκούμαστε απλά στη διεκπεραίωση του γνήσιου χαρακτήρα των πραγμάτων, της αξίας χρήσης τους. Για παράδειγμα για τους ποδοσφαιριστές το «ευ αγωνίζεσθαι», για τους παράγοντες το να διασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία, για τον Τύπο να καταγράφει τα γεγονότα και να σχολιάζει στη βάση της λογικής «λέμε ότι βλέπουμε, και όχι βλέπουμε αυτό που λέμε», και για όσους σπεύδουν στις κερκίδες just να ψυχαγωγηθούν. Πέρα από τα βασικά, την κάλυψη των αναγκών, επικρατεί ένας άμετρος βολονταρισμός. Της επικράτησης, του (πολύπλευρου) κέρδους, το «να βγούμε από πάνω από τους άλλους», το να φέρουμε στα μέτρα μας και στον ευμετάβλητο ψυχισμό μας τον «έξω κόσμο». Διαδικασίες που ξεκίνησαν από τη δεκαετία του 1980 και εδραιώθηκαν στο σήμερα όχι ως συμπτωματολογίες κρίσης, αλλά σαν περιγραφές στα μόνιμα «λήμματα» των κοινωνιολογικών (ενδεχομένως και ανθρωπολογικών) νεοελληνικών λεξικών…
Αυτή η γενικευμένη νοοτροπία δεν χτυπιέται με κατασταλτικά μέτρα. Χρειάζεται απονεύρωση για να αντιμετωπιστεί το απόστημα και ύστερα χτίσιμο από την αρχή. Αλλά, αυτά ταιριάζουν περισσότερο στους οδοντιάτρους, παρά στους θεσμικούς ηγήτορες του ποδοσφαίρου. Ακόμα και αν συναντηθούν και «δώσουν τα χέρια» (χαρίζοντας ελπιδοφόρα και εντυπωσιακά ενσταντανέ), όλα θα κριθούν από αυτό που έχουν στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους οι «αποχωρήσαντες» από τις αίθουσες συσκέψεων μόλις τα φώτα σβήσουν… Ίσως, μια αδιάλλακτη και στιβαρή κυβέρνηση σε συνδυασμό με την κατανόηση από την πλευρά όλων των εμπλεκόμενων πως το «προϊόν» θα ευδοκιμήσει, αν επιτευχθεί κλίμα συναίνεσης, να καταφέρουν τον περιορισμό πολλών παθογενειών. Όμως, για ριζική αλλαγή απαιτείται εσωτερική επιθυμία για αλλαγή νοοτροπίας. Δεν νομίζω πως κάτι τέτοιο αποτελεί αγαπημένη μας συνήθεια, ανεξαρτήτως των «κανονικών συνθηκών» της εκάστοτε ατμόσφαιρας…
