Ανδρέας Δάνος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση είναι: Ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Ούτε ιδιωτικοποιήσεις, γιατί σε τομείς που αφορούν βασικά αγαθά, όπως υγεία, παιδεία, ενέργεια, νερό, μεταφορές κ.λπ., δεν μπορεί να πρυτανεύει το κριτήριο/κίνητρο του κέρδους, δεν μπορεί δηλαδή να ενδιαφέρονται για τα συμφέροντα των μετόχων τους αδιαφορώντας για τις ανάγκες της κοινωνίας, όπως τόσο συχνά συμβαίνει όταν οι επιχειρήσεις είναι ιδιωτικές. Είναι άλλωστε γνωστό ότι στις περιπτώσεις των ιδιωτικοποιημένων εταιρειών κοινής ωφέλειας, σ’ όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, συνέβησαν δυο πράγματα: αύξηση των τιμών (αφού οι μέτοχοι έπρεπε να κερδίσουν) και απολύσεις προσωπικού με αποτέλεσμα την πλημμελή συντήρηση των δικτύων σε βαθμό που να γίνονται επικίνδυνα. Π.χ. τα ατυχήματα στους ιδιωτικοποιημένους σιδηροδρόμους της Βρετανίας πολλαπλασιάστηκαν λόγω κακής συντήρησης των γραμμών.

Αυτοί είναι οι λόγοι που τον τελευταίο καιρό οι ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις νερού επανέρχονται, η μία μετά την άλλη, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα: κακές τιμές, κακή συντήρηση.

Ούτε όμως και οι κρατικοποιήσεις, που -με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις- σημαίνουν γραφειοκρατία, αδιαφορία, σπατάλες και διαφθορά, είναι ό,τι καλύτερο. Αν εξαιρέσουμε τα εθνικά και διεθνή δίκτυα μεταφορών και επικοινωνιών καθώς και την τριτοβάθμια Παιδεία και Υγεία, η διοίκηση/διαχείριση των τομέων κοινής ωφέλειας μπορεί και πρέπει να μην είναι ούτε ιδιωτική ούτε κρατική αλλά συλλογική και αποκεντρωμένη. Να ανήκει, δηλαδή, σε τοπικές αρχές ή συλλογικότητες, όπως π.χ. δήμοι ή δημοτικές επιχειρήσεις, συνεταιρισμοί, αγροτικές ενώσεις κ.λπ.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ και πάνω από μία δεκαετία στη Γερμανία. Από το 2000 μέχρι σήμερα, η μια πόλη μετά την άλλη βάζει τέλος στην ιδιωτικοποίηση της ενέργειας και παίρνει -μετά από δημοψήφισμα- τη διαχείρισή της. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά: σε τουλάχιστον 70 πόλεις η ενέργεια έχει περάσει στα χέρια των τοπικών κοινωνιών, με τελευταίες το Αμβούργο και το Βερολίνο, και σε όλες τις περιπτώσεις τα ορυκτά καύσιμα έχουν αντικατασταθεί από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) προς όφελος του τοπικού περιβάλλοντος αλλά και του πλανήτη ολόκληρου, που απειλείται πολύ σοβαρά και άμεσα από το φαινόμενο του θερμοκηπίου και τη συνακόλουθη κλιματική αλλαγή. Μέσα σε 13 χρόνια (από το 2000 μέχρι το 2013) έχει φτάσει στο σημείο να παράγει το 25% (από 9%) της ενέργειας που χρειάζεται από ΑΠΕ, δηλ. φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες κ.λπ. Και το πρόγραμμα προβλέπει ότι μέχρι το 2035 θα έχει φτάσει το 55-60%. Μερικές πόλεις θα έχουν φτάσει το 100% μέχρι το 2050!

Η αποκεντρωμένη διαχείριση -σε κάποιους από τους τομείς που ανέφερα- έχει ήδη κάνει δειλά την εμφάνισή της και στην Ελλάδα. Ιδού δύο παραδείγματα:

● Η Ενεργειακή Συνεταιριστική Εταιρεία Καρδίτσας (ΕΣΕΚ) είναι συνεταιρισμός «νέας γενιάς» που αξιοποιεί τη βιομάζα της περιοχής για να τροφοδοτήσει με ενέργεια την αγροτική παραγωγή. Είναι αξιοσημείωτο ότι το εγχείρημα της ΕΣΕΚ χρηματοδοτείται από μία επίσης συνεταιριστική επιχείρηση, την τοπική τράπεζα.

● Η Θεσσαλονίκη, ως γνωστόν, πέτυχε την αναστολή του προγράμματος ιδιωτικοποίησης της ΕΥΑΘ, δηλαδή του νερού της πόλης, ύστερα από δημοψήφισμα που διοργάνωσαν όλοι οι δήμοι και κερδήθηκε με συντριπτική πλειοψηφία (98% ). Στο πρόγραμμα των διοργανωτών ήταν η διαχείριση του νερού από κοινωνικά ελεγχόμενους φορείς υπό την αιγίδα των δήμων, όχι από το κράτος.

Συμπέρασμα: Το πιο επείγον και σημαντικό αυτή τη στιγμή στη χειμαζόμενη ελληνική οικονομία και κοινωνία είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση, που ο ΣΥΡΙΖΑ, πολύ σωστά, θεωρεί πρώτη προτεραιότητα. Κατά τη γνώμη μου, ακόμα και η περικοπή του χρέους είναι δευτερεύουσα σε σχέση μ’ αυτόν τον στόχο. Και ο καλύτερος τρόπος να ξεκινήσει είναι η στροφή σε μια αποκεντρωμένη εφαρμογή επενδύσεων σε ΑΠΕ. Η αποκέντρωση θα εξασφαλίσει τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στη λήψη των βασικών αποφάσεων (π.χ. των χωροθετήσεων, έτσι ώστε οι επιλογές με κανένα τρόπο να μη βλάπτουν το τοπικό περιβάλλον ή την τοπική οικονομία) αλλά και στη διαχείριση των επιχειρήσεων. Θα εξασφαλίσει, επίσης, θέσεις εργασίας για τις τοπικές κοινωνίες.

Τέλος, αν η Γερμανία, πολύ λιγότερο ευνοημένη από την Ελλάδα σε ανέμους και ηλιοφάνεια, παράγει το 25% της ενέργειας που καταναλώνει από ΑΠΕ, πόσο θα έπρεπε να παράγει η Ελλάδα; Σύμφωνα με τη ΡΑΕ το αντίστοιχο ελληνικό νούμερο είναι 13,9% (στοιχεία του 2011). Προφανώς κάποια συμφέροντα εμποδίζουν μια τέτοια στροφή στην ελληνική οικονομία. Αν η νέα ελληνική κυβέρνηση καταφέρει να τα εξουδετερώσει, θα πρόκειται για μεγάλη νίκη.

Τα στοιχεία που αναφέρονται σ’ αυτό το κείμενο προέρχονται από δύο κυρίως πηγές: το νέο βιβλίο της Ναόμι Κλάιν «Αυτό τα αλλάζει όλα» και το οικολογικό ένθετο του Νοεμβρίου ’14 της «ΑΥΓΗΣ»