Μια «βόμβα» έριξε την Πέμπτη ο Ευάγγελος Βενιζέλος, προαναγγέλλοντας τη λήξη της θητείας του μετά το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ και την αποχώρησή του από την ηγεσία του κόμματος.
Με φανερή σωματική και κυρίως ψυχολογική κόπωση, ο αντιπρόεδρος της απελθούσας κυβέρνησης επιβεβαίωσε -απευθυνόμενος σε βουλευτές και στελέχη- αυτό το οποίο είχαν αντιληφθεί και σιγοψιθύριζαν από το βράδυ των εκλογών οι πιο στενοί του συνεργάτες. «Ο πρόεδρος το πήρε απόφαση και θα φύγει», εκμυστηρεύονταν εμπιστευτικά. Σίγουρα βάρυνε για την πορεία του προς την έξοδο το κάκιστο, «μικρό» και «ανεπαρκές» εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό…
Σαν έτοιμος από καιρό, συνόδευσε τη δημοσιοποίηση των προθέσεών του με δύο αναφορές που συζητήθηκαν εξίσου. Την απαξιωτική για τον πρόεδρο της ΔΗΜΑΡ, που προκάλεσε την εύλογη αντίδρασή του, ότι «δεν είναι Κουβέλης, ούτε Ζίγδης» και άρα δεν σκοπεύει να υπαναχωρήσει, και το σιβυλλικό δίλημμα «για τη δυναμική του μέλλοντος ή τη ρουφήχτρα του παρελθόντος», το οποίο θεωρήθηκε προτροπή προς τη νέα γενιά στελεχών να αναλάβει τα ηνία.
Υπάρχουν πάντως και οι καχύποπτοι, που διαβλέπουν «παιχνίδι καθυστερήσεων» εκ μέρους του προέδρου και εξηγούν ότι ο Μάιος (σ.σ. μήνας που πρότεινε να γίνει το συνέδριο) είναι «πολύ μακριά» και μέχρι τότε «όλα είναι δυνατόν να αλλάξουν». Τις ίδιες επιφυλάξεις εντείνει η προσέγγιση για τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα που ανέπτυξε ο κ. Βενιζέλος, σύμφωνα με την οποία πριν αποσαφηνιστεί η στάση της κυβέρνησης έναντι των εταίρων και η «ασφαλής» ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, δεν νοείται το ΠΑΣΟΚ να ανοίξει εσωκομματικά μέτωπα.
Σε κάθε περίπτωση, τον προσεχή Μάρτιο συμπληρώνει τρία χρόνια στην προεδρική καρέκλα, έχοντας διαδεχθεί τον Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος την άνοιξη του 2012 είχε εγκαταλείψει -μετά την πρωθυπουργία- και την προεδρία του Κινήματος. Ο τέταρτος κατά σειρά ηγέτης του ΠΑΣΟΚ, στη ζυγαριά των αναμνήσεων, θα έχει μάλλον πολύ περισσότερα αρνητικά, παρά θετικά να θυμάται από την ταραγμένη περίοδο της θητείας του.
Παρέλαβε ένα κόμμα συρρικνωμένο, το οποίο «μίκρυνε» και απαξιώθηκε περαιτέρω φτάνοντας σε επίπεδα κάτω του 5%. Συγκυβέρνησε με τον ιστορικό αντίπαλο, τη Ν.Δ., προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις από στελέχη και υποστηρικτές που τον κατηγόρησαν ότι μετέτρεψε το ΠΑΣΟΚ σε «συνιστώσα της Δεξιάς».
Την ίδια ώρα, ύψωσε τείχη προς την άλλη πλευρά και τον ΣΥΡΙΖΑ, συντηρώντας ένα μονίμως πολεμικό κλίμα και αγνοώντας τις παροτρύνσεις αρκετών κορυφαίων στελεχών να ρίξει γέφυρες για την οικοδόμηση ενός ουσιαστικά προοδευτικού πόλου.
Επί των ημερών του, τέλος, το ΠΑΣΟΚ διασπάστηκε με την αποχώρηση και τυπικά του Γιώργου Παπανδρέου με τον οποίο ουδέποτε μπόρεσαν να συνεννοηθούν έστω στα βασικά. Αντιθέτως, ο Κώστας Σημίτης τού παρείχε κριτική στήριξη, αν και πάντοτε με διακριτική απόσταση, αφού οι εσωκομματικές υποθέσεις ποτέ δεν τον ενθουσίαζαν.
Τον Φεβρουάριο του 2014, σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στην «Εφ.Συν.» είχαμε ρωτήσει τον Ευάγγελο Βενιζέλο πώς θα έβλεπε τον εαυτό του στο μέλλον και σχεδόν προφητικά μας είχε απαντήσει: «Εχω πάντα πολλές ιδιότητες, πολλά ενδιαφέροντα, πολλά ανοιχτά μέτωπα. Τα πάντα είναι πολιτική, τα πάντα είναι Ιστορία, τα πάντα είναι μελέτη, τα πάντα είναι αγώνας. Αλλά να είστε βέβαιος ότι όσο αναπνέω θα αγωνίζομαι να μην υποστεί ο τόπος μας αυτό που με τεράστιες θυσίες αποφύγαμε έως τώρα, παρά τις εύλογες δυσαρέσκειες και τις μεγάλες πικρίες».
Στη μάχη της διαδοχής οι δύο βασικοί μονομάχοι, σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, θα είναι η Φώφη Γεννηματά και ο Ανδρέας Λοβέρδος. Πάντως, δεν είναι λίγοι στο ΠΑΣΟΚ που σημειώνουν ότι για να έχει νόημα η όποια αντιπαράθεση ανάμεσα στους ενδιαφερόμενους για την ηγεσία θα πρέπει να υπάρχει κόμμα, στρατηγική και, βασικά, κοινό πρόθυμο να ακούσει και να υποστηρίξει. Τούτη τη στιγμή όλα κρίνονται ρευστά, αβέβαια και θολά και ένα αίσθημα κατάρρευσης επικρατεί μεταξύ των στελεχών που έχουν απομείνει στον κομματικό μηχανισμό.
Η Φώφη Γεννηματά από προχθές δήλωσε -έστω άτυπα- την υποψηφιότητά της, βγαίνοντας απέναντι στον Ευάγγελο Βενιζέλο, ενώ ο Ανδρέας Λοβέρδος ακολουθεί τακτική σύμπλευσης με τον σημερινό αρχηγό, προσδοκώντας στη συμμαχία με το βενιζελικό περιβάλλον. Από τους «σαραντάρηδες» του ΠΑΣΟΚ, ο Νίκος Ανδρουλάκης, εφόσον το τολμήσει, έχει τα εχέγγυα. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται ο Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος, ίσως και ο Κυριάκος Πιερ- ρακάκης.
Οσο για τον Γιώργο Παπανδρέου και στελέχη που τον ακολούθησαν στο Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών, παρά το γεγονός ότι έχουν εξαγγείλει αντίστοιχες συνεδριακές διαδικασίες και η νυν ηγεσία της Χαριλάου Τρικούπη αποκλείει την επιστροφή τους, ουδείς βάζει το χέρι του στη φωτιά για το τι θα μπορούσε να συμβεί στη μετά Βενιζέλο εποχή…
