Παντελής Κυπριανού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από λίγες μέρες σε άρθρο του στη στήλη αυτή με τίτλο «Το κράτος αλλάζει;» ο καθηγητής Νίκος Παρασκευόπουλος προέβαινε σε τρεις διαπιστώσεις: το κράτος πρέπει να αλλάξει, πολλοί υπάλληλοι κάνουν καλά τη δουλειά τους, αλλά το κράτος δύσκολα αλλάζει, λόγω της παρουσίας οργανωμένων ομάδων στο εσωτερικό του που, για να διατηρήσουν τη θέση τους, αναπαράγουν την υφιστάμενη κατάσταση.

Ασπάζομαι απόλυτα τη θέση αυτή. Το ελληνικό κράτος δεν είναι αποτελεσματικό, είναι αγκυλωμένο, δεν υπηρετεί τους πολίτες και δεν έγινε εργαλείο ανάπτυξης της χώρας. Κατά συνέπεια, ενάντια στις όποιες αντιδράσεις το κράτος πρέπει να αλλάξει. Αλλιώς, κάθε απόπειρα αλλαγής της χώρας θα μείνει μετέωρη ή και θα ακυρωθεί.

Για την Αριστερά το κράτος είναι μηχανισμός ελέγχου αλλά και δυνητικό μέσο στην υπηρεσία των πολιτών, εργαλείο ανάπτυξης και αναδιανομής του πλούτου. Αν γίνει το ένα ή το άλλο, εξαρτάται από τους ανθρώπους που ασκούν την εξουσία. Ολοι έχουμε εμπειρίες από την προβληματική λειτουργία της διοίκησης και του ελληνικού κράτους. Θυμάμαι, μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν ο λόγος για την αλλαγή του κράτους έπαιρνε κι έδινε, νεοδιορισμένη στο Δημόσιο να προσπαθεί ευσυνείδητα να κάνει τη δουλειά της. Ούτε μία βδομάδα μετά, την καλεί ο προϊστάμενός της για να της πει να κατεβάσει ταχύτητα, γιατί δεν θα είχαν έτσι δουλειά να κάνουν.

Οι λόγοι πολλοί και σύνθετοι. Συγκεντρωτικό, υπερβολικά ιεραρχικό, το προσωπικό δεν είναι αξιοκρατικά τοποθετημένο, ορθολογικά κατανεμημένο και δεν έχει πολλά περιθώρια για πρωτοβουλίες. Να προσθέσουμε σ’ αυτά την εμπρόθετη διάθεση των κυβερνώντων τα τελευταία χρόνια να απισχνάνουν το κράτος, θεωρώντας το εμπόδιο σε οτιδήποτε και, βέβαια, την ύπαρξη ομάδων στο εσωτερικό που ανθίστανται στην αλλαγή του.

Αυτά προφανώς πρέπει να αλλάξουν, ιδιαίτερα από μια κυβέρνηση με την προαναφερθείσα αντίληψη για το κράτος. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Μια στρατηγική είναι αυτή που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία: η συγκρότηση ενός ελάχιστου κράτους που θα αφήνει, υποτίθεται, χώρο στη δημιουργική πνοή των ιδιωτών. Η στρατηγική αυτή απέτυχε οικτρά, το διέλυσε περαιτέρω και οδήγησε σε απίστευτα ανορθολογικά μέτρα, όπως αυτό της «διαθεσιμότητας».

Μια δεύτερη στρατηγική έγκειται στον βίαιο «εξορθολογισμό» του κράτους όπως έγινε κατά καιρούς αλλού, στο Ιράν παλαιότερα, στην Τουρκία αλλά και τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα με κύριο μέσο τον έλεγχο, ποικιλοτρόπως, του προσωπικού. Μια τρίτη στρατηγική, συνθετότερη από την προηγούμενη, είναι αυτή που πρόβαλε ο Μακιαβέλι: η συνετή εναλλαγή ισχύος και πειθούς που θα λυγίζει αντιδράσεις και ταυτόχρονα θα πείθει.

Προφανώς η Αριστερά και πιο συγκεκριμένα ο ΣΥΡΙΖΑ ευαγγελίζεται μια λογική εστιασμένη στην πειθώ και τη συναίνεση του προσωπικού. Είναι αυτό εφικτό χωρίς την προσφυγή στην ισχύ σε μια χώρα όπως η δική μας με κάκιστη παράδοση στη Διοίκηση; Ερώτημα και πρόκληση συνάμα. Η προσέγγιση αυτή αξίζει να δοκιμαστεί. Εχει πλείστα πλεονεκτήματα και ταιριάζει περισσότερο στην κοινωνία που οραματιζόμαστε. Συνίσταται στην άσκηση μιας πολιτικής που έχει κύριους άξονες την εμπιστοσύνη ανάμεσα σε διοικούντες και διοικούμενους και την ενεργή παρέμβαση και των δύο πλευρών.

Η εμπιστοσύνη στη Διοίκηση διοικουμένων και διοικούντων συνιστά το πρώτο και βασικό στοίχημα. Σημαίνει πρώτα απ’ όλα μία οργάνωση αξιοκρατική και δίκαιη, σημαίνει λογική, συνάφεια και διαφάνεια στις αποφάσεις. Προϋποθέτει αξιοκρατική επιλογή προσωπικού, καταπολέμηση των πελατειακών σχέσεων και της διαπλοκής με ομάδες και συμφέροντα. Μια τέτοια πολιτική μπορεί να αλλάξει την εικόνα της διοίκησης, να την κάνει αποτελεσματικότερη και φιλικότερη στους πολίτες.

Ετσι μπορούν να απελευθερωθούν δυνάμεις οι οποίες μπορεί να κάμψουν ενδοϋπηρεσιακές αντιδράσεις και να δώσουν ώθηση στο εγχείρημα της αλλαγής. Προφανώς το εγχείρημα αυτό πρέπει να συνδυαστεί με την υιοθέτηση των βασικών θεωρητικών αρχών περί αποτελεσματικής και χρηστής διοίκησης. Εκτός από την αξιοκρατική στελέχωση, αυτές εστιάζουν στην αξιοποίηση της τεχνολογίας, την απλοποίηση της λήψης των αποφάσεων και την αποκέντρωση. Με δύο λόγια, η διοίκηση πέρα από τεχνική είναι θέμα θεμελιωδώς πολιτικό. Προϋποθέτει αρχές, σχέσεις και πάνω από όλα είναι υπόθεση των διοικούντων και των διοικουμένων, των καλών τους σχέσεων και της αμοιβαίας τους εμπιστοσύνης.

* Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών