Το δημόσιο παγκάκι που ξέραμε υπέκυψε, ορφάνεψαν πάρκα, πλατείες, βουλεβάρτα και απόμεινε στην ποίηση να υπερασπιστεί, κάτω από όλους τους ουρανούς, το πεπρωμένο των αστέγων – όποιοι κι αν είναι αυτοί: αλήτες, γύφτοι, πρόσφυγες, ερωτευμένοι.
Το φορτίο της πολυετούς και πλούσιας ιστορίας του απωλέσθη. Τώρα ούτε ο ήχος της λέξης που του αντιστοιχούσε απόμεινε -μιας λέξης αδύναμης πια ν’ αποκαλύψει ποιο το νόημά του επί των ημερών μας. Ούτε Σύνταγμα, δικαιικό σύστημα (λ.χ. η ιστορική σχολή του δικαίου, η σχολή του νομικού θετικισμού κ.ά.) ή, έστω στη ζούλα, μια κάποια πράξη νομοθετικού περιεχομένου δεν του έχουν αναγνωρίσει την ιδιότητα του ασύλου, ώστε να το προστατέψουν. Γιατί έτσι και συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε, λέει, θα φτάναμε σε μια «προκρατική κατάσταση ανασφάλειας»!
Ομως, το κράτος Δικαίου στην Ευρώπη λειτουργεί προβλέψιμα(!) στη βάση της δεσμευτικότητας του φόβου και ήδη «στη γαλλική πόλη Ανγκουλέμ (…) οι δημοτικές αρχές σήκωσαν δύο μέτρα συρματόπλεγμα γύρω από τα δημόσια παγκάκια, για να διώξουν τους αστέγους. […] Σε άλλη γαλλική πόλη, το Περπινιάν, τα ξήλωσαν, πιο απλά, πάλι για να διώξουν τους αστέγους. […] Αφού πρώτοι σ’ όλα εμείς, πρώτοι και στην αντιμετώπιση των αστέγων(…) αρχίσαμε να ξηλώνουμε παγκάκια από τους κήπους του Ζαππείου λ.χ. ή να αναπλάθουμε πλατείες(…)με ομολογημένο συχνά στόχο τον εξοβελισμό των αστέγων. […] Ενα αυτονόητο κάποτε υλικό αντικείμενο, μουσειακό είδος οσονούπω, ένα παγκάκι, έμελλε να γίνει το μέτρο του πολιτισμού μας τον 21ο αιώνα»(Από την «Ελεγεία για ένα παγκάκι» στην επιφυλλίδα «Ασκήσεις μνήμης» του Γιάννη Η. Χάρη, «Εφ.Συν.» 10-11.1.2015).
Δηλαδή, τα ξεχαρβάλωσαν «άδικα και παράλογα και μας ωρφάνεψαν (…),όπως χαλούν τες φωλιές των αγριμιών, από το φόβο μήπως ξανάρθουν» (Ανδρέας Καρκαβίτσας στον «Μιλτιάδη», σειρά «Αι φυλακαί του Ναυπλίου», περ. «Εστία» Α΄, 1892, σελ. 241-245).
Το εμβαδόν του παρόντος

Οποιος κατέχει υπό τον ουρανό ένα κεραμίδι για να μπορεί να βάζει το κεφάλι του, διαθέτει πάραυτα την εξιδανικευμένη μάζα που λέγεται σπίτι-άσυλο! Αυτό αναγνωρίζουν και προστατεύουν οι νόμοι. Κατά τα άλλα, ο ουρανός είναι μια υπόθεση θεολόγων-μετεωρολόγων, και το παγκάκι ένας δημόσιος χώρος βραχείας στάθμευσης ή εφαλτήριο διδακτικής αλληγορίας για φιλολόγους.
Εδώ είναι που έρχονται οι ποιητές, σπάνε τους νομικούς κώδικες περί στέγης-ασύλου ή όποια άλλη φιοριτούρα και εδραιώνουν τη «νομολογία» για τον άστεγο, έστω έναν αλήτη, έναν γύφτο ή έναν πρόσφυγα:
Αλήτη! Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι, Αλήτη!
Πλάτυνε η Σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
πο ‘κανε ο άνθρωπος τη Γη κι όλο το Σύμπαν σπίτι.
Οχι μόνο το ανωτέρω ακροτελεύτιο τετράστιχο του «Επιλόγου» αλλά σύμπασα η συλλογή του Τεύκρου Ανθία (1904-1968) τα «Σφυρίγματα του Αλήτη», που είδε το φως των αθηναϊκών βιβλιοπωλείων το 1929, εξοβέλιζε τη διαφορά ανάμεσα στη ζωή ενός ανθρώπου και στη ζωή ενός πράγματος (αλήτης-παγκάκι). Επρόκειτο για σοκ. Το πρόταγμα της ηθικής αυτονομίας εξουδετέρωνε τη νομική ετερονομία (κατοχή δημόσιου χώρου από ιδιώτη) και ο ποιητής γινόταν ο αναρχικός της εποχής του!
Και όμως, πολύ νωρίτερα, από το 1907, όχι απλώς ένα παγκάκι αλλά η ίδια η ανεστιότητα καταλαμβάνει περίοπτο θέση στον χάρτη των γεγονότων τα οποία έμελλε να εισέλθουν, κατά κύματα, στο εμβαδόν του παρόντος:
Ούτε σπίτια, ούτε καλύβια, ούτε τσαντήρια.
Στο μεγάλο αφεντοπάλατο της πλάσης
μια μονάκριβη σκεπή μου: ο ουρανός.
Και μια γούβα ολοβαθιά σκαφτή στη γη,
και μια γούβα είν’ αρκετή
για να πέσω και ύπνο νά ‘βρω.
Ετσι στήνεται ο «Δωδεκάλογος του Γύφτου» από τον Κωστή Παλαμά και η ιδέα της πατρίδας με το όνομα στην ούγια εξελίσσεται σε μια αδιάφορη διοικητική υπόθεση. Το ιστορικό συνειδέναι ορίζεται πλέον από τη συνάφεια του κόσμου διά μέσου της συνάφειας των εννοιών, οι οποίες και διευρύνουν το εμβαδόν στεγάζοντας τους απογόνους όλων των ουρανών:
Επαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Εχω κρατήσει μέσα μου την τουφεκιά σου.
Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Εχουμε πατρίδα.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος ανυψώνει σε ιστορικό συγκρότημα μνήμης το χώμα ενός τάφου, πατρίδα γίνεται η γη, το χώμα, το χάμω (από το «Ελεγείο στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή»-Ποιήματα 1929-1957).
Στις μέρες μας το «χάμω» γίνεται το βέβηλο όνομα της ανθρωπιστικής κρίσης, στον οδικό χάρτη της οποίας ο ποιητής του καιρού μας συναντά τη ζώσα πενία, πεντάρφανη παντός ηρωισμού, μύθου ή θαύματος:
Και κάνει ψύχρα χάμω
στο απύθμενο χάμω[…]
Και η παγωνιά
μια περιπλάνηση αστέγων
να μην είναι
παρά μια φράση(…)
Επικαλούμαι τ’ άγια πνεύματα
την ψιλή και την δασεία
Οπως επίσης και τη λήγουσα
την παραλήγουσα
την προπαραλήγουσα
τις λέξεις ξεγελώντας
Αλλά καμιά δε μίλησε
σαν παλτό
σαν κασκόλ
ή σαν αχνιστή σούπα
(Aπο τη συλλογή «Ινα ως» του συναδέλφου Στέφανου Μεσσήνη, εκδ. Gutenberg, σειρά «Λάλον ύδωρ» 2006)
Η νύχτα των πυροτεχνημάτων
Και τα δημόσια παγκάκια που ξέραμε; Καμιά νύχτα δεν είναι τόσο σκοτεινή όσο αυτή που ακολουθεί το παιχνίδι με τα πυροτεχνήματα. Μπορέσαμε όμως, σ’ αυτή τη λιγοστή αλλά εκτυφλωτική λάμψη, να τα ξαναβρούμε και να τα αναστήσουμε μέσ’ από τη φωνή και την κιθάρα του Georges Brassens:
Αυτοί που βλέπουν και συχνά παρεξηγούν
θαρρούν, παγκάκια στην πόλη μέσα άμα δουν,
πως περιμένουν κάποιους φουκαράδες ή και σαπιοκοιλιάδες.
Μα η αλήθεια είναι διαφορετική
μια και οι πάγκοι βρίσκονται εκεί
έτοιμοι να υποδεχτούν
τους έρωτες που μόλις ξεκινούν.
Αλλ’ όταν οι μήνες θα περάσουν
όταν τα φλογερά τα όνειρα καταλαγιάσουν
Οταν τον ουρανό τους σκοτεινιάσουν
μεγάλα σύννεφα βαριά
τότε συγκινημένοι θα σταθούν
για λίγο να συλλογιστούν
πως ζήσανε τις πιο γλυκές στιγμές
στου δρόμου τα παγκάκια εραστές.
Αν τύχει η αγία οικογένεια Ασημάντου
και πέσει πάνω σ’ αυτό το ζευγαράκι
σπόντες πετάει όλο φαρμάκι.
Κι όμως πόσο θα θέλανε κι αυτοί
πατέρας, μάνα, κόρη, γιος και πνεύμα άγιο μαζί
να το μπορούσαν πότε-πότε να φερθούν
ωσάν τα κακομαθημένα ζευγαράκια
ξένοιαστα που φιλιούνται στα παγκάκια.
(Απόδοση: Μαρία Ρέγκου)
Λοιπόν, τόσο εκδικητική στάθηκε η μοίρα απέναντι σ’ αυτό το τίμιο σανίδι του πάρκου; Μήπως τα έργα και οι ημέρες του καταποντίστηκαν στην άβυσσο της Ιστορίας; Το τελευταίο και απελπισμένο ερωτηματικό το προσθέτουμε εμείς τώρα στον μοιραίο στίχο του ποιητή:
(Λοιπόν)ο θάνατός του ήτανε η μόνη του ιστορία;*
*Από το σονέτο του Κώστα Ουράνη για τον βασιλιά Edward VI (1537-1553) που έζησε δεκαέξι όλα κι όλα χρόνια (συλλογή «Νοσταλγίες» 1920).
