Ηταν Δεκέμβριος 1966, όταν στο θέατρο «Κεντρικόν» (στοά Κολοκοτρώνη-Βουλής – δεν υπάρχει πλέον) δίνονταν σειρά συναυλιών με λαϊκούς συνθέτες, μεταξύ των οποίων ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Είχαν προηγηθεί, στον ίδιο χώρο, συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη, με πρώτη εκείνη της 20ής Μαρτίου 1961, με τη συμμετοχή, για πρώτη φορά, του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Οπου ο κατοπινός «σερ» του λαϊκού τραγουδιού δεν τα έβγαλε πέρα.
Με εμφανές τρακ άρχισε να λέει το μοναδικό τραγούδι που είχε χρεωθεί: «Σε πότισα ροδόσταμο», αλλά εκεί, προς τη μέση, «με συγχωρείτε πάρα πολύ, είμαι άρρωστος» είπε και αποχώρησε περιδεής. («Επαθα μια… ψυχολογία και δεν μπορούσα να τραγουδήσω», έλεγε αργότερα, όταν αναφερόταν σ’ αυτή τη συναυλία). Το κοινό χειροκρότησε με κατανόηση και η συναυλία συνεχίστηκε με τους άλλους συντελεστές: Στέλιος Καζαντζίδης, Μαρινέλλα, Μαίρη Λίντα, Μανώλης Χιώτης (στο μπουζούκι) και τον ίδιο τον συνθέτη. Και στο τέλος, «Είχα φυτέψει μια καρδιά», με τον Μάνο Χατζιδάκι στο πιάνο και την Ορχήστρα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας.
Με τον Τσιτσάνη
Επιστρέφοντας στον Γιάννη Παπαϊωάννου, να πω ότι φέτος συμπληρώνονται 102 χρόνια από τη γέννησή του (18 Ιανουαρίου 1913) και 43 από τον θάνατό του (3 Αυγούστου 1972) σε τροχαίο δυστύχημα, στα 59 του. Δεν έχουμε κάποια «στρογγυλή» επέτειο (γέννησης ή θανάτου) του Παπαϊωάννου.
Αν του αφιερώνω τη σημερινή σελίδα είναι επειδή φέτος συμπληρώνονται (και τιμώνται αρκούντως) 100 χρόνια από τη γέννηση του Βασίλη Τσιτσάνη (1915) και 31 από τον θάνατό του (1984, στα 69 του), του οποίου ο Παπαϊωάννου υπήρξε φίλος, συνεργάτης και κουμπάρος. Και, κυρίως, επειδή εκτιμώ ότι ο Παπαϊωάννου είναι κομμάτι ριγμένος σε σχέση με τον συμπορευτή του, μολονότι έχει γράψει υπέροχα τραγούδια (περί τα 800), τα περισσότερα από τα οποία τραγουδιούνται ώς τις μέρες μας.
Μερικοί τίτλοι: «Ανοιξε γιατί δεν αντέχω», «Απ’ της Ζέας το λιμάνι», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Βγήκε ο χάρος να ψαρέψει», «Είσαι γυναίκα του μπελά», «Μοδιστρούλα», «Ο Ζέππος», «Πέντε Ελληνες στον Αδη», «Πριν το χάραμα», «Φαληριώτισσα», «Αλεξανδριανή φελάχα», «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε».
Είχα πάει τότε -νεοσσός δημοσιογράφος στη «Δημοκρατική Αλλαγή»- σε μια δοκιμή της συναυλίας (που οργάνωνε ο Τάσος Σχορέλης, ο και συγγραφέας της τετράτομης «Ρεμπέτικης Ανθολογίας»), γνωριστήκαμε και ο Παπαϊωάννου, ευχάριστος και προσιτός, με κάλεσε την άλλη μέρα στο σπίτι του, στις Τζιτζιφιές, για μια κουβέντα, που πέρασε στην εφημερίδα (9 Φεβρουαρίου 1966).
Χάραξε πορεία
Γεννημένος στην Κίο της Μικράς Ασίας, ο Παπαϊωάννου ήρθε οικογενειακώς στην Αθήνα μετά την Καταστροφή. «Με το λαϊκό τραγούδι ασχολήθηκε λίγο πριν πάει στρατιώτης», γράφει ο Σχορέλης στη «Ρεμπέτικη Ανθολογία». «Οταν στρατεύτηκε (1935) ήταν ένας καλός μπουζουξής και είχε έτοιμα τα πρώτα του τραγούδια. Την πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση την έκανε πλάι στον Βαμβακάρη και τον Κηρομύτη, το 1937 στη Θεσσαλονίκη. Ηταν πολύπλευρος. Εγραφε στίχους και μουσική, τραγουδούσε, έπαιζε μπουζούκι. Εγραψε πλήθος τραγουδιών, τα περισσότερα σε δικούς του στίχους, και πολλά από αυτά έγιναν μεγάλες επιτυχίες […] Ο Γιάννης Παπαϊωάννου, κατά γενική παραδοχή, υπήρξε από τους κορυφαίους λαϊκούς δημιουργούς, από αυτούς που το πέρασμά τους χάραξε πορεία στο ρεμπέτικο τραγούδι […] Μετά το 1955, με ελάχιστες διακοπές, υπήρξε μόνιμος συνεργάτης του Τσιτσάνη […] Είναι ο πρώτος που πήγε στην Αμερική το 1953 και παρουσίασε το ρεμπέτικο λαϊκό μας τραγούδι».
Στη συνάντησή μας μίλησε για τη ζωή του, τα τραγούδια του (μεταξύ των οποίων κι ένα καινούργιο, το «Καπετάν Παγίδας», υπαρκτό πρόσωπο, όπως και ο Ζέππος). Κι όταν ζήτησα τη γνώμη του για τους νεότερους συνεχιστές του λαϊκού τραγουδιού: «Καλά προχωράνε. Μόνο που υπάρχουνε μερικοί που δεν κουράζονται όσο πρέπει για να βγάλουν κάτι δικό τους. Πρέπει να βγάζεις το σακάκι σου όταν δουλεύεις…» Σαρκαστικός, αλλά και αθώος: «Στη δικτατορία του Μεταξά είχε απαγορευτεί το μπουζούκι – το θεωρούσανε παρακατιανό πράμα. Πήγα μια μέρα στη λογοκρισία και τους έπαιξα και μ’ άφησαν να παίζω ελεύθερα…»
Στο πλαίσιο
►Μπορεί ένας Δαβίδ να τα βάλει μ’ έναν Γολιάθ (σύγχρονοι αμφότεροι); Φαίνεται… θεωρητικά πως ναι, όταν έχουμε να κάνουμε μ’ έναν Γολιάθ ο οποίος αξιώνει αγρίως «ναι» και υποχωρήσεις. Οπότε αυτό που βιώνουμε από την περασμένη εβδομάδα δηλώνει ότι δεν απομένει παρά η αναμέτρηση – μια αναμέτρηση με άδηλη έκβαση, ώς την ώρα (Τετάρτη βράδυ) τουλάχιστον που γράφονται οι γραμμές αυτές. Μ’ έναν πρωτόγνωρο για τα νεοελληνικά πολιτικά ήθη δυναμισμό, με πρωταγωνιστές Τσίπρα και Βαρουφάκη (διεθνείς σταρ πλέον), που για να είναι ωστόσο αποτελεσματικός προϋποθέτει και κάποιες εφεδρείες ή «πλάτες» (που βέβαια εξυπηρετούν και τα δικά τους συμφέροντα). Τα έχουμε;
►Μεταξύ των συσσωρευμένων προς λύση, και αυτά του εσωτερικού, συμπεριλαμβανομένων και των του πολιτισμού, με το αρμόδιο υπουργείο να συγκατοικεί τώρα με το Παιδείας και Θρησκευμάτων. Συμβαίνει όμως στο τιμόνι του να έχει τοποθετηθεί γνώστης περί τα πολιτιστικά συνάδελφος δημοσιογράφος, ο Νίκος Ξυδάκης. Ο οποίος, είναι βέβαιο, δεν θα εξαντλήσει τη δραστηριότητά του αποπέμποντας, όπως έπραξαν οι πρόσφατοι προκάτοχοί του, όσους προσφέρουν έργο.
►Αντέχεται παράσταση πέντε ωρών, όταν μάλιστα την προηγούμενη έχεις κακοκοιμηθεί; Κι όμως, ο όπερα του Βάγκνερ «Τριστάνος και Ιζόλδη» κύλησε ερήμην του χρόνου. Εύσημα στον καλλιτεχνικό διευθυντή της Λυρικής Σκηνής και μαέστρο της ορχήστρας Μύρωνα Μιχαηλίδη, στον διεθνή Γιάννη Κόκκο -σκηνοθεσία, σκηνικά, κοστούμια-, στους πρωταγωνιστές-ήρωες και τους λοιπούς συντελεστές (και μετέωρο πάντα το ερώτημα: πώς θα μετακινείται αυτός ο, μιας κάποιας ηλικίας, κόσμος στο Φάληρο;).
ΚΑΙ… Πραγματικότητα το όνειρο του αναπάντεχου κυβερνητικού εταίρου να άρχει των όπλων. Να μη δευτερώσει το άτοπο.
