Η δημοκρατία αποτελεί αδιαμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα κεκτημένα του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες -παρά τις διάφορες διαχρονικές διαταράξεις με πολλαπλές ιστορικές αφορμές- αποτελεί βασική σταθερά των δυτικοευρωπαϊκών κρατών, καθώς οι χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού αποφάσισαν συνειδητά να προσχωρήσουν στο συγκεκριμένο μοντέλο μόλις στα τέλη του περασμένου αιώνα (για λόγους που άπτονταν κατά βάση στην ενίσχυση της εκσυγχρονισμένης ανταγωνιστικότητας τους).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κρίνεται από τις διάφορες άρχουσες ελίτ πως η δημοκρατία αποτελεί εκείνο το ζυμωτήρι που τους επιτρέπει να απορροφούν κραδασμούς, να διασφαλίζουν συνθήκες συνοχής και ικανοποίησης πολλών και πολύμορφων κοινωνικών (και ταξικών..) αιτημάτων. Όλα αυτά σε θεωρητικό επίπεδο, γιατί σε καιρούς υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου (και της αντίστοιχης ανάγκης για αύξηση του μέσου κέρδους) τα περιθώρια στενεύουν, τα «δόντια καρφώνονται», και οι αντιθέσεις οξύνονται δημιουργώντας διαφορετικά δεδομένα.
Η δημοκρατία έχει και τους αρνητές της. Και αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα επικοινωνιακά όπλα της, καθώς καμία άλλη καθεστωτική μορφή ιεραρχικής οργάνωσης δεν ανέχεται τη «νομιμοποίηση» των αντιπάλων της. Εθνικοσοσιαλιστές, κομμουνιστές και αναρχικοί μπορούν σε συνθήκες (αστικής) δημοκρατίας να διαδίδουν τις ιδέες τους, μέχρι βέβαια του βαθμού που αυτές δεν αποκτούν επαρκές κοινωνικό έρεισμα, έτσι ώστε να κινδυνεύει το σύστημα με ανατροπή.
Στο εσωτερικό της η δημοκρατία εγκολπώνει διαφορετικές ομάδες συμφερόντων που ενίοτε συγκρούονται μεταξύ τους, ενώ άλλες φορές «συνεννοούνται» για την επίλυση των προβλημάτων (είτε αναζητώντας πρόσκαιρες ανακωχές, είτε επωφελείς συμπράξεις, ακόμα και πραγματώνοντας απλά έναν κατευναστικό «διαχωρισμό αρμοδιοτήτων»). Η δημοκρατία είναι, λοιπόν, το κατεξοχήν πολίτευμα της ποικιλομορφίας. Όμως, ολική εκμηδένιση των αντιθέσεων και των ρήξεων δεν έχει προβλεφτεί θεωρητικά, ούτε έχει επιτευχθεί στην πράξη…
Στη σημερινή Ελλάδα, αν πραγματοποιήσει κάποιος μια δημοσκόπηση ερωτώντας κατά πόσο τηρούνται οι βασικές αρχές των θεωρητικών think tank της δημοκρατίας (ειδικά αν το ερώτημα προσδιορίζεται χρονολογικά τουλάχιστον από το 1996 και ύστερα…), το αποτέλεσμα θα παραπέμπει σε νούμερο που θα αφήνει τη δική του στάμπα στο έδαφος των εντυπώσεων… Η νέα κυβέρνηση -γνωρίζοντας τις τεράστιες οικονομικές δυσκολίες- κουνάει περήφανα (και όχι υποκριτικά) προς κάθε κατεύθυνση την παντιέρα της Δημοκρατίας. Απευθύνεται, φερειπείν, στον επιχειρηματικό κόσμο της χώρας υποσχόμενη επαναφορά της χώρας σε αναπτυξιακή τροχιά. Απευθύνεται στο κοινό αίσθημα ευαγγελιζόμενη αποκατάσταση της γενικευμένης δημοκρατικής λειτουργίας. Απευθύνεται προς τη (λαϊκή) πλειοψηφία διαβεβαιώνοντας πως η κατηφόρα τελείωσε και πως βήμα-βήμα θα αποκαταστήσει το τρωθέν αίσθημα της αξιοπρέπειας.
Φυσικά, αυτοί που είχαν τα ηνία για δεκαετίες -και ευθύνονται για τη σημερινή κατάσταση- «δεν δικαιούνται να ομιλούν»… Η παραγραφή των παρασπονδιών τους θα αργήσει πολύ… Αυτοί οφείλουν -κυρίως μέσα τους- να κατανοήσουν πως δεν τους ακούει πια σχεδόν κανένας (πέρα από τους φανατικούς της «προσκολλήσεως»), για πρώτη φορά στα χρονικά. Οι υπόλοιποι, που επιθυμούν περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση, είτε βρίσκονται στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, είτε ανήκουν στα συνειδητοποιημένα άκρα πέραν της αριστεράς, αλλά και πολλοί άνθρωποι που στηρίζουν για πρώτη φορά ένα πείραμα όπως αυτό χωρίς να έχουν συγκεκριμένη πολιτική ταυτότητα, οφείλουν να κατανοήσουν πως ο πήχης ανέβηκε για όλους. Θα έχουν και αυτοί την ευκαιρία τους, αλλά πρέπει πρώτα να μάθουμε να πείθουμε και να προτάσσουμε λύσεις «παντρεμένες» με τις υλικές βάσεις, και όχι να λειτουργούμε ως ντελάληδες με τις ωτοασπίδες της αυταρέσκειας του μονόχνοτου «δικαίου»… Δημοκρατία σε διέγερση ξανά, λοιπόν…
