Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν είχε ξεκινήσει καλά καλά η πρώτη αυθόρμητη συγκέντρωση στο Σύνταγμα ενάντια στις πιέσεις των οργάνων της ευρωζώνης (5/2) και οι υποστηρικτές ενός άμεσου συμβιβασμού έσπευσαν να κινδυνολογήσουν για τις επιπτώσεις μιας τέτοιας λαϊκής κινητοποίησης, αντλώντας επιχειρήματα από το ιστορικό παρελθόν.

Οι περισσότεροι σύγκριναν τις τωρινές διαδηλώσεις με τα εθνικιστικά συλλαλητήρια του 1992 για το Μακεδονικό, ενώ δεν έλειψαν κι εκείνοι -όπως ο Αλέξης Παπαχελάς ή ο Θάνος Τζήμερος- που πήγαν ακόμη πιο πίσω, επισείοντας το φάντασμα των εθνικών καταστροφών του 1897 και του 1922.

Οι τελευταίες αυτές συγκρίσεις είναι, φυσικά, παντελώς αυθαίρετες. Ο καταστροφικός ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 δεν υπήρξε απόρροια κάποιου λαϊκού κινήματος, αλλά επιλογή του στρατοκρατικού βαθέος κράτους της Εθνικής Εταιρείας, που «έσπασε τα σύνορα» στέλνοντας 3.000 μισθοφόρους λησταντάρτες να εισβάλουν στην οθωμανική επικράτεια.

Εξίσου απρόσφορη αποδεικνύεται η επίκληση του 1922. Ο ελληνικός λαός ψήφισε το 1920 υπέρ του άμεσου τερματισμού της μικρασιατικής εκστρατείας και της επιστροφής των στρατευμένων παιδιών του από το μέτωπο, όμως η τότε κυβέρνηση έγραψε στα παλιά της τα παπούτσια τη λαϊκή εντολή και, αντί για ειρήνη, προχώρησε σε κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, με τελικό αποτέλεσμα την «απεργία πολέμου» των φαντάρων και την κατάρρευση του μετώπου. Η μόνη -μακρινή- αναλογία που θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει σ’ αυτή την ιστορία είναι οι καταστροφικές συνέπειες που μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα η προκλητική περιφρόνηση της εκλογικής ετυμηγορίας ενός καταπονημένου λαού από την πολιτική του ηγεσία.

Συνεργοί

Αστοχη είναι όμως και η σύγκριση των τωρινών κινητοποιήσεων με τα εθνικιστικά συλλαλητήρια του 1992. Οχι μόνο επειδή αυτοί που σήμερα «προειδοποιούν» ενάντια στην επανάληψή τους είχαν τότε αποφύγει να διαφοροποιηθούν από την εθνικιστική υστερία, όσοι απ’ αυτούς δεν είχαν συμβάλει ενεργά στο φούσκωμά της. Οι «πάνδημες» συγκεντρώσεις του 1992 ενάντια στον «σφετερισμό της ιστορίας μας» από τη νεοσύστατη ΠΓΔΜ (και την ευρωπαϊκή «ανοχή» απέναντί της) πραγματοποιήθηκαν με διακομματική συνεννόηση κι επιστράτευση όλων σχεδόν των ΜΜΕ, κυρίως όμως του κρατικού μηχανισμού.

Οι δημόσιες υπηρεσίες σταμάτησαν να λειτουργούν, ώστε οι υπάλληλοι να εκπληρώσουν ομαδικά το «εθνικό τους καθήκον», το ίδιο και τα σχολεία. Τα κανάλια καλούσαν επί μέρες τους πολίτες να διατρανώσουν στο πεζοδρόμιο τον πατριωτισμό τους. Οι μαθητές που αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στα συλλαλητήρια τιμωρήθηκαν με αποβολή κι όσοι τόλμησαν να διαφωνήσουν δημόσια με αυτά αντιμετώπισαν συλλήψεις και δικαστικές καταδίκες, για «πρόκληση των πολιτών σε διχόνοια» και άλλα συναφή.

Ενας ευρωπαϊστής ηγέτης, όπως ο Λεωνίδας Κύρκος, δεν δίστασε να καταγγείλει σαν μηδίσαντες «Λακεδαιμονίους» το μοναδικό κόμμα που διαφοροποιήθηκε από την υστερία (το τότε ΚΚΕ), ενώ σύλλογοι αποστράτων απαιτούσαν την αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας των «εθνοπροδοτών» κομμουνιστών. Πάνω από 1.000 πανεπιστημιακοί υπέγραψαν διακηρύξεις που κατήγγειλαν την ελευθερία του λόγου σαν ασύμβατη με τις εθνικές ανάγκες και προτεραιότητες της εποχής.

Πάνω απ’ όλα όμως, η διαφοροποίηση ανάμεσα στο τώρα και το τότε έγκειται στο ηθικό και πολιτικό περιεχόμενο των δύο κινητοποιήσεων: το 1992 στον δρόμο δεν κατέβηκε ένας κόσμος που διεκδικούσε το δικαίωμά του στη φυσική επιβίωση, αλλά οι χορτάτοι νικητές του Ψυχρού Πολέμου που οργίζονταν, επειδή ένα μικροσκοπικό, πεινασμένο, πρώην σοσιαλιστικό «κρατίδιο» έβγαζε γλώσσα στους απογόνους του Μεγαλέξανδρου και τους επιγόνους του στρατηγού Παπάγου.

Ομοιότητες-διαφορές

(Φωτογραφία: Κόκκινες οι Μύτες και Μπλε – Ασπρα τα Πανό… γράφει το «Εθνος» στο ρεπορτάζ για τις αντί-Νατοϊκές διαδηλώσεις της 3ης Μαρτίου ’83. Οι αντίξοες καιρικές συνθήκες ήταν ίσως η μοναδική κυριολεκτική ομοιότητα με το σήμερα, μαζί με την έκκληση να μην υπάρχουν κομματικά πανό)

Αν κάποιος αναζητά «προγόνους» της αποψινής συγκέντρωσης, ως μοναδική αξιόπιστη σύγκριση προβάλλουν τα συλλαλητήρια που πραγματοποιήθηκαν το 1983 από τον κομματικό μηχανισμό του ΠΑΣΟΚ και της Αριστεράς (ΚΚΕ και ΚΚΕ Εσωτερικού) κατά των αμερικανικών βάσεων, ενώ η νεοσύστατη τότε κυβέρνηση Παπανδρέου διεξήγε διαπραγματεύσεις με την Ουάσινγκτον –θεωρητικά για τη διαδικασία απομάκρυνσής τους, στην πραγματικότητα για τη βελτίωση των όρων παραμονής τους. Η μεγάλη ιδίως συγκέντρωση της 3ης Μαρτίου 1983 στο Σύνταγμα, λίγες μέρες μετά την αποτυχημένη απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος από μονάδες της Βόρειας Ελλάδας, εμφανίζει αξιοσημείωτες αναλογίες με τα τωρινά (βλ. δίπλα).

(Φωτογραφία: Oταν έφυγαν οι βάσεις που έμειναν… (Μάρτιος 1983, πρωτοσέλιδο ΝΕΩΝ). Οι τελευταίες μαζικές ενωτικές διαδηλώσεις υποστήριξης μιας κυβέρνησης που συγκρουόταν -ή τουλάχιστον έτσι εμφανιζόταν- με τα ξένα συμφέροντα ήταν το Μάρτιο του 1983, ενάντια στο ΝΑΤΟ και τα πυρηνικά, με πάνδημη απαίτηση «Να φύγουν οι βάσεις του θανάτου». Στις 3 Μαρτίου, λίγα 24ωρα μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπηματος, εκατοντάδες χιλιάδες Αθηναίοι αψήφησαν το τσουχτερό κρύο και ξεχύθηκαν στους δρόμους, απαιτώντας «Εθνική Ανεξαρτησία – Ειρήνη – Oχι πυρηνικά».)

Η αναμέτρηση εκείνη έκλεισε -όπως είναι γνωστό- με την ελληνοαμερικανική συμφωνία της 15/7/1983 για τη «δυνητική» απομάκρυνση των βάσεων ύστερα από μια πενταετία, χωρίς να ικανοποιηθεί το αρχικό αίτημα του τότε πρωθυπουργού για ετήσιο «νοίκι» 1 δισ. δολαρίων. Εκ των υστέρων γνωρίζουμε πως ο Αντρέας είχε αποδεχτεί μυστικά τον προληπτικό έλεγχο των κινήσεών του «για όλα τα σοβαρά εξωτερικά θέματα» από τον τότε δεξιό Πρόεδρο, «εθνάρχη» Καραμανλή, ως αντίτιμο της νομιμοφροσύνης των ενόπλων δυνάμεων («Αρχείο Καραμανλή», τ. 12ος, σ. 133-8).

Υπάρχουν επίσης πτυχές, όπως η διαπλοκή αυτών των τελευταίων με τις ΗΠΑ, που παραμένουν ακόμη σκοτεινές – η σχετική έκθεση της CIA, που συντάχθηκε αμέσως μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Φεβρουαρίου, παραμένει π.χ. απόρρητη σε πολλά κρίσιμα σημεία (Μ. Ευρυβιάδης-Μ. Ιγνατίου, «CIA. Ο απόρρητος φάκελος του Ανδρέα», Αθήνα 2010, σ. 355-80).

Η σημαντικότερη διαφορά μεταξύ των δύο εποχών αφορά, ωστόσο, την ουσία του διακυβεύματος. Η κοινωνία της δεκαετίας του ’80, κοινωνία σχετικής ευμάρειας και διαρκούς βελτίωσης του βιοτικού της επιπέδου, δεν ήταν καθόλου διατεθειμένη να ρισκάρει μετωπική αναμέτρηση με την υπερδύναμη, για να αποφύγει τις επιπτώσεις ενός ενδεχόμενου -απλώς- πυρηνικού πολέμου. Η οργουελική μεταβάπτιση της διατήρησης των βάσεων σε εικονική «αποχώρησή» τους έγινε έτσι δεκτή με ειρωνικά χαμόγελα συγκατάβασης.

Εντελώς διαφορετική είναι η σημερινή κατάσταση, καθώς το διακύβευμα της αναμέτρησης με τον σκληρό πυρήνα της Ε.Ε. δεν αφορά κάποια αφηρημένη διακινδύνευση αλλά την απτή συνέχιση της κοινωνικής καταστροφής που βιώνουν στο πετσί τους εκατομμύρια πολίτες την τελευταία πενταετία. Τυχόν αποδοχή του τελεσίγραφου των Βρυξελλών θα αποδειχτεί καταστροφική για την κυβέρνηση Τσίπρα, όπως ακριβώς συνέβη το 2010-12 με την κυβέρνηση του νεότερου Παπανδρέου.