Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Είναι ο Χρήστος Νικολόπουλος. Ο νεότερος, ο πιο γνήσιος συνθέτης του ατόφιου λαϊκού τραγουδιού κι ένας από τους λίγους ταλαντούχος λαϊκούς οργανοπαίκτες. Δεξιοτέχνης στα έγχορδα. Παίζει μπουζούκι, λαούτο, μπαγλαμά, τζουρά κ.ά.», γράφει -ακριβοδίκαια- ο Πάνος Γεραμάνης στο κεφάλαιο που του αφιερώνει στο βιβλίο του «Η ζωή μου ένα τραγούδι» (εκδ. Καστανιώτη, 2007).

Είναι λοιπόν ο Χρήστος Νικολόπουλος, που την περασμένη Δευτέρα και Τρίτη γιορτάστηκαν τα 50 χρόνια του στο τραγούδι, στη μεγάλη αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, μ’ ένα αντιπροσωπευτικό πρόγραμμα με Νταλάρα, Αλεξίου, Βιτάλη, Κότσιρα, Νέγκα, μεγάλη λαϊκή, υπό τον ίδιο, ορχήστρα και άλλους συντελεστές. Τραγουδοποιός με πάνω από 2.000 ηχογραφήσεις, με τραγούδια αντοχής – παραγωγικός, ποιοτικός και συνάμα άνθρωπος ήθους: σεμνός, διακριτικός, αγαπητότατος και πάντα μ’ αυτή την καλοσυνάτη εικόνα του εφήβου.

Οι συνεργασίες του

Kαι με ποιους δεν έχει συνεργαστεί (στο πάλκο και στη δισκογραφία) στην πενηντάχρονη μουσική του διαδρομή! Από στιχουργούς: Βίρβος, Παπαδόπουλος, Ρασούλης, Δαβαράκης, Ελευθερίου, Νικολακοπούλου, Τσώτου, Χαψιάδης. Από τραγουδιστές: Καζαντζίδης, Διονυσίου, Γαβαλάς, Νταλάρας (τα περισσότερα χρόνια), Αλεξίου, Μαρινέλλα, Βιτάλη, Γαλάνη, Αρβανιτάκη, Αγγελόπουλος, Μητσιάς, Πάριος, Γλυκερία, Διαμάντη, Λιδάκης, Μπάσης, Τερζής, Μακεδόνας. Και μερικοί τίτλοι πασίγνωστων τραγουδιών του: «Νυχτερίδες κι αράχνες», «Υπάρχω», «Οι νταλίκες», «Νύχτα στάσου», «Οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει», «Κινδυνεύει η Ελλάς», «Ξένος για σένα», «Ζήλεια μου», «Ο τραγουδιστής».

Δεν ήταν χωρίς συμπληγάδες η διαδρομή του. Γεννημένος το 1947 στο Καψοχώρι της Αλεξάνδρειας. Φτωχή η οικογένεια, από μικρός στα βάσανα, με το τραγούδι βάλσαμο. Από περιφερόμενους λαϊκούς μουσικούς τα πρώτα του ακούσματα, με τους οποίους και ξεκίνησε πιτσιρικάς, αυτοδίδακτος στην ουσία, με ελάχιστα μαθήματα μουσικής, παίζοντας με το μπουζούκι που απέκτησε, σε γάμους και πανηγύρια. Κι από τα 16 του στην Αθήνα, στο «Καφενείο των μουσικών» – Βερανζέρου, στην Ομόνοια. Γνωριμία με εργαζόμενους και άνεργους μουσικούς και ξεκίνημα σε ταβέρνες και νυχτομάγαζα – αρχικά με τον ρεμπέτη Γιάννη Κυριαζή και μετά με άλλους, για να φτάσει στον Ζαμπέτα και τον Μανώλη Χιώτη και τους περισσότερους συγκαιρινούς του. Σε μαγαζιά και συναυλίες εδώ αλλά και στο εξωτερικό: Αμερική, Αυστραλία, Ευρώπη. Ως μουσικός αλλά και, πλέον, με δικά του τραγούδια, που έγιναν αμέσως επιτυχίες.

Με τον Καζαντζίδη

Καθοριστική αλλά και… μοιραία η γνωριμία και η συνεργασία του με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Μοιραία, με την έννοια ότι ο Καζαντζίδης, ως το μεγάλο όνομα, εννοούσε να υπογράφει ως δικές του τις συνθέσεις του «πιτσιρικά». Και ως εκ τούτου η σύγκρουση όταν ο «πιτσιρικάς» άρχισε να διεκδικεί την πατρότητα των τραγουδιών, με αποτέλεσμα ο καβγάς να βγει και στη δημοσιότητα. «Ορκίζομαι στα κόκαλα της μάνας μου ότι δεν θα αναφερθώ ξανά σ’ αυτόν», είχε πει σε μια συνέντευξή μας το 1988 ο Καζαντζίδης. Αλλά αυτό δεν εμπόδισε να ξανασυνεργαστούν και να ξανατσακωθούν. Ως την οριστική ρήξη, οπότε το πράγμα έφτασε στη Δικαιοσύνη, που με τα αποδεικτικά που παρουσιάστηκαν δικαίωσε τον Νικολόπουλο – δικά του τα τραγούδια που διεκδίκησε.

Προφανέστατα αυτά τα 50 χρόνια ο Νικολόπουλος τα πήγε πολύ καλά. Ενας θετικότατος απολογισμός, σε γόνιμες εποχές, ώς την κρίση των τελευταίων χρόνων, που έχει πλήξει και το τραγούδι.

Με την εμμονή παραγωγών και παρουσιαστών στα ξένα και τα ντόπια «ποπ». Και με την ευχέρεια που έχει πλέον οποιοσδήποτε να κατεβάσει στο τζάμπα τη μουσική που τον ενδιαφέρει από το διαδίκτυο. Να βάλουμε και τις προσφορές εφημερίδων και περιοδικών. Και συνακόλουθα, τις περιορισμένες εμφανίσεις στα νυχτομάγαζα – τρεις ή δύο το πολύ φορές την εβδομάδα.

Ο Νικολόπουλος είναι μεταξύ εκείνων που έζησαν τις καλές ημέρες (και) του λαϊκού τραγουδιού, με δημιουργίες αντοχής. Δικαίωση οι δυο sold out συναυλίες του στο Μέγαρο Μουσικής, ενώ έχουν προηγηθεί συναυλίες του στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, στο Ηρώδειο, 25 χρυσοί δίσκοι – τι περισσότερο;

Στο πλαίσιο

Και τα μισά απ’ όσα εξήγγειλε ο πρωθυπουργός να γίνουν -όπως λένε κι άλλοι- μεγάλο το κέρδος. Κι ας παρατηρήσω ότι ως κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται πιο προσγειωμένος απ’ ό,τι ως αξιωματική αντιπολίτευση, όπως άλλωστε και η τέως κυβέρνηση, μετά το σοκ της ήττας. Γιατί, βέβαια, άλλο να καταγγέλλεις κι άλλο να εξαγγέλλεις. Αυτό όσον αφορά το εσωτερικό, γιατί το μεγάλο μέτωπο ακουμπάει στους ανάλγητους εταίρους.

Από τα καλοδεχούμενα οι περικοπές στα βουλευτικά προνόμια, συμπεριλαμβανομένων και αυτών του πρωθυπουργού. Κάτι που μπορεί να ενόχλησε λιγότερο τους νεότερους, που δεν έχουν προλάβει να καλομάθουν (και, επιτέλους, πρόσωπα που δεν ανήκουν στις γνωστές οικογένειες). Και το συμμάζεμα των σωμάτων ασφαλείας (ας αναζητηθεί άλλος τρόπος να ξεμουδιάζουν αντί δέρνοντας).

Εκείνο για το οποίο δεν έκανε λόγο ο πρωθυπουργός είναι ο πολιτισμός. Εσπευσε όμως να το καλύψει την Τρίτη από το βήμα της Βουλής ο αναπληρωτής υπουργός Πολιτισμού Νίκος Ξυδάκης. Με κάποιες γενικότητες βέβαια, αλλά με εμφανή έγνοια και γνώση. Εν αναμονή – γιατί (και) εκεί κι αν υπάρχουν εκκρεμότητες.

Μια και ο λόγος για πολιτισμό, τρία νέα τεύχη περιοδικών, που παρά τα στριμώγματα επιβιώνουν: Το τριμηνιαίο «Φρέαρ», όπου ξεχωρίζουν 7 ανέκδοτες επιστολές του Νίκου Καζαντζάκη στον Σουηδό ελληνιστή Olof Knοs (τότε που ο δικός μας διεκδικούσε το Νόμπελ). Ο τετραμηνιαίος «Μανδραγόρας», με κείμενα για Θ. Αγγελόπουλο, Ν. Κούνδουρο, Σ. Αϊζενστάιν, Μ. Κουμανταρέα, Β. Λεοντάρη, Α. Τραϊανό κ.ά. Και ο τριμηνιαίος «Μετρονόμος», με εκτενέστατο αφιέρωμα στον συνθέτη Γιάννη Σπανό.

ΚΑΙ… Του Ελληνα ο τράχηλος γραβάτα δεν υποφέρει.