Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Έντονη δυσφορία προκάλεσε στην κυβέρνηση την Τετάρτη η νυχτερινή απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να «κόψει» τα ελληνικά ομόλογα ως ενέχυρα για την παροχή ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες, καθώς δεν υπήρξε αρμοδίως έγκαιρη προειδοποίηση. Τόσο η ουσία της απόφασης όσο και η «γραμμή επικοινωνίας» Μαξίμου-Τράπεζας της Ελλάδος τέθηκαν επί τάπητος στη χθεσινοβραδινή συνάντηση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Γιάννη Δραγασάκη με τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας, Γιάννη Στουρνάρα.

Από την πλευρά της κυβέρνησης διαπιστώθηκε… δυσλειτουργία μεταξύ Φρανκφούρτης, όπου βρισκόταν ο Γιάννης Στουρνάρας για τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, και Αθήνας. Πρόβλημα φαίνεται να υπήρξε και με τη γραμμή επικοινωνίας Φρανκφούρτη-Βερολίνο, όπου βρισκόταν ο Γιάνης Βαρουφάκης και προετοιμαζόταν για τη συνάντηση με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Το κλίμα πάντως στη συνάντηση Δραγασάκη-Στουρνάρα χαρακτηρίζεται ως καλό και σε αυτό συνετέλεσε η ψυχραιμία των Ελλήνων καταθετών (οι αναλήψεις μετρητών ήταν απόλυτα φυσιολογικές), καθώς είναι κατανοητό και στον πιο αδαή περί τραπεζικών θεμάτων ότι η αιφνιδιαστική απόφαση της ΕΚΤ αποσκοπούσε στην άσκηση πολιτικής πίεσης. Καθησυχαστικός ήταν ο Γιάννης Στουρνάρας καθώς διαβεβαίωσε ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι απολύτως ασφαλείς και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα ρευστότητας (άλλο ρεπορτάζ, σελ. 37). «Η απόφαση της ΕΚΤ μπορεί να ανακληθεί αν υπάρξει μια συμφωνία με την ελληνική κυβέρνηση. Δεν υπάρχει απολύτως κανένα πρόβλημα με τις τράπεζες. Ολα είναι υπό έλεγχο. Σήμερα ήταν μια ήρεμη ημέρα» δήλωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος.

Από την πλευρά τους πάντως τα στελέχη της τραπεζικής αγοράς χαρακτηρίζουν στο σύνολό τους «επιθετική» την απόφαση της ΕΚΤ, με στόχο να «στριμωχτεί» η ελληνική κυβέρνηση, εκτιμούν ωστόσο ότι η προσφυγή στον Εκτακτο Μηχανισμό Ρευστότητας (ELA) δεν θα φτάσει τα επίπεδα των 125 δισ. ευρώ του 2012, όταν και πάλι οι ελληνικές τράπεζες ήταν αποκλεισμένες από την απευθείας χρηματοδότηση της ΕΚΤ και αντλούσαν ρευστότητα από τον Εκτακτο Μηχανισμό. Πέρα από το αυξημένο κόστος δανεισμού για τις ελληνικές τράπεζες (από 0,05% της ΕΚΤ σε 1,55% από τον ΕLA), οι Ελληνες τραπεζίτες ανησυχούν για ενδεχόμενη αυστηροποίηση των κριτηρίων άντλησης ρευστότητας από τον ΕLA, όπως την περιέγραψε ο επικεφαλής της Bundesbank, Γενς Βάιντμαν.

Περί φερεγγυότητας

«Η ρευστότητα του ELA θα πρέπει να δίνεται μόνο βραχυπρόθεσμα και μόνο σε φερέγγυες τράπεζες. Είμαι της άποψης ότι θα πρέπει να εφαρμόζουμε αυστηρά κριτήρια με τον ELA. Εάν από αυτό υπάρξουν επιπτώσεις στη χρηματοοικονομική σταθερότητα, τότε θα πρέπει οι πολιτικοί να ανταποκριθούν στις ευθύνες τους» δήλωσε ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης.

«Η ΕΚΤ έκανε μια εξαίρεση για τα ελληνικά ομόλογα σε ό,τι αφορά τις ελάχιστες πιστωτικές απαιτήσεις στους μηχανισμούς χρηματοδότησης για εμπορεύσιμους τίτλους που εκδίδονταν ή έχαιραν εγγύησης από την ελληνική κυβέρνηση, υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα βρίσκεται σε πρόγραμμα των Ε.Ε./ΔΝΤ. Εδώ και αρκετό καιρό, η ΕΚΤ έλεγε πως η εξαίρεση αυτή δεν θα συνεχίσει να ισχύει εάν το πρόγραμμα EFSF, το οποίο λήγει στο τέλος του μήνα, είτε δεν παραταθεί είτε δεν ολοκληρωθεί επιτυχώς και αντικατασταθεί από άλλο πρόγραμμα», σημειώνει σε ανάλυσή της η JP Morgan.

Υπογραμμίζει εξάλλου ότι πάντα ήταν πιθανό η ΕΚΤ να παίξει ρόλο στο να ασκηθούν πιέσεις στη νέα ελληνική κυβέρνηση, επαληθεύοντας τους κανόνες για τις εγγυήσεις (collateral). Εκτιμά όμως ότι η ΕΚΤ δεν πρόκειται ποτέ να «βγάλει την Ελλάδα από την πρίζα» αρνούμενη την πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών, κάτι που θα πυροδοτούσε έξοδο της Ελλάδας από τη νομισματική ένωση.