Η Αθήνα βρίσκεται πλέον στο διεθνές προσκήνιο. Η προτροπή με τη μορφή παραίνεσης του προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα προς τη Γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ να εξευρεθεί λύση που θα επαναφέρει την Ελλάδα στη βιώσιμη ανάπτυξη εντός της ευρωζώνης δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε η επικείμενη διαπραγμάτευση στο κρίσιμο Εurogroup της Τετάρτης να οδηγηθεί σε μια επωφελή και για τα δύο μέρη λύση.
Καθίσταται πλέον σαφές ότι το ελληνικό πρόβλημα έχει διεθνοποιηθεί, έχει υπερβεί τα στενά οικονομικά όρια και τις συνακόλουθες οικονομικές λύσεις και αποκτά αυτό που οι προηγούμενες κυβερνήσεις αδυνατούσαν να αντιληφθούν ή σκοπίμως δεν έκαναν. Να μετατρέψουν, δηλαδή, το πρόβλημα σε αυτό που είναι: βαθύτατα πολιτικό που αγγίζει τον κεντρικό πυρήνα αυτού που αποκαλούμε ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ επέμενε ότι το ζήτημα του χρέους απαιτεί πολιτικές λύσεις, είχε τουλάχιστον λοιδορηθεί από τους πολιτικούς αντιπάλους του. Ομως η νέα κυβέρνηση, αργά αλλά σταθερά, ακολουθώντας τις προεκλογικές της δεσμεύσεις, δημιουργώντας συμμαχίες, έστω και μερικώς, πέτυχε να αφυπνίσει δυνάμεις που μέχρι σήμερα απλώς παρακολουθούσαν και ταυτόχρονα να επαναφέρει στο προσκήνιο τη χαμένη τιμή της δημοκρατίας στην Ευρώπη.
Είναι σαφές ότι οι προσπάθειες της κυβέρνησης είναι ακόμη στην αρχή, ουδείς μπορεί να χαίρεται ή πολύ περισσότερο να πανηγυρίζει σε ένα γεωστρατηγικό-οικονομικό τοπίο συνεχώς μεταβαλλόμενο, όπου ισορροπίες και συμμαχίες διακρίνονται από την εξίσου γρήγορη ανατροπή τους.
Αυτό όμως που είναι αδιαμφισβήτητο είναι ότι το κλίμα αρχίζει να αλλάζει. Αργά, βασανιστικά, αλλά αλλάζει. Με ευθύνη των προηγούμενων κυβερνήσεων έχει χαθεί υπερπολύτιμος χρόνος, τον οποίο η κυβέρνηση πρέπει να αναπληρώσει. Οι επαφές του πρωθυπουργού, χωρίς τα αποτελέσματά τους να υπερεκτιμώνται, δημιουργούν την πεποίθηση στην κοινωνία ότι επιτέλους οι εταίροι και όχι μόνον αυτοί αρχίζουν να μας υπολογίζουν. Και αυτό ακριβώς το «μας υπολογίζουν» δημιουργεί το ευνοϊκό κλίμα όχι για την κυβέρνηση, αλλά για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.
