Βλέποντας τα ερωτήματα που κυριαρχούν τούτες τις μέρες στον προεκλογικό, δημόσιο διάλογο, ανακαλείται συνεχώς στη μνήμη μου η απάντηση της Θάτσερ όταν ρωτήθηκε ποια θεωρεί την μεγαλύτερη επιτυχία της πολιτικής της. Η απάντηση της ήταν ότι θεωρεί τους Νέους Εργατικούς ως τη μεγαλύτερη επιτυχία της (1).
Η συσχέτιση εν προκειμένω δεν έγκειται μόνο στην πορεία της ευρωπαϊκής και εγχώριας σοσιαλδημοκρατίας, όσο στην γενικότερη “επιτυχία” της νεοφιλελεύθερης ρητορικής να θέτει ένα πλαίσιο στο δημόσιο διάλογο ως αυτονόητο και ουδέτερο.
Για να γίνω πιο σαφής, η προεκλογική συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα του Grexit και του «πως θα αντιδράσουν οι αγορές εάν αναλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ» και όχι στη βάση του πως μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση θα ρυθμίσει τα οικονομικά και τα κοινωνικά ζητήματα εντός της Ευρώπης. Παράλληλα ένα πρόγραμμα που στοχεύει στην αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και στην ανάκτηση της εργασίας παρουσιάζεται ως “λαϊκίστικη παροχολογία” και οι προτάσεις για απο-εμπορευματοποίηση των κοινών αγαθών και πέρασμά τους σε δημόσιο έλεγχο ως «κρατισμός».
Είναι αυτό το πλαίσιο που ουσιαστικά οδηγεί στον μονόδρομο των εφαρμοζόμενων πολιτικών λιτότητας, με βάση τη λογική της κυριαρχίας των αγορών. Σ’ αυτή τη βάση πρακτική εφαρμογή αυτής της πολιτικής αποτελεί η πρόβλεψη του Μεσοπρόθεσμου για δημοσίες δαπάνες 38% του ΑΕΠ το 2018, εκ των οποίων οι δαπάνες που αφορούν στο κοινωνικό κράτος θα μειωθούν από 21% στο μόλις 18% του ΑΕΠ (2). Αυτό που ουσιαστικά μας λέει αυτή η άποψη είναι ότι η Ελλάδα θα είναι μια χώρα- παρίας της Ευρώπης (δεδομένου ότι τα περισσότερα κράτη της ευρωζώνης έχουν πολύ μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες, έως τώρα τουλάχιστον) με μικρό κοινωνικό κράτος και, συνεπώς, κοινωνικές ανισότητες. Και όλα αυτά χωρίς καμία ουσιαστική πρόταση για την καταπολέμηση της ανεργίας και για την αξιοπρεπή εργασία. Εκτός αν θεωρούνται ως καταπολέμηση της ανεργίας τα voucher και οι μαθητείες.
Στην ανάγκη αλλαγής αυτού του πλαισίου έρχεται να απαντήσει το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, βασισμένο σε μια διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από τον μονόδρομο των αγορών. Είναι ο δρόμος της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, ο οποίος λαμβάνει υπόψιν του ότι, για να υπάρξει ανάπτυξη, και να είναι προς όφελος της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, χρειάζεται να στηριχθούμε στην εργασία με αξιοπρεπείς όρους και στη συλλογική συμμετοχή της νεολαίας, μεγάλο κομμάτι της οποίας έχει μεταναστεύσει ή έχει περάσει στην ανεργία του 60%.
Στόχος μας, όμως, δεν είναι ούτε η επιστροφή στο 2009, δηλαδή σε μια λογική «ιδιωτικοποιημένου κευνσιανισμού» (privatized Keynesianism), όπως εύστοχα αποκλήθηκε από τον C. Crouch και τον W. Streeck, αλλά αντιθέτως σε μια πολιτική που θα δίνει έμφαση στο κοινωνικό κράτος και στη διαχείριση των δημόσιων αγαθών με δημοκρατικό έλεγχο και όχι με γνώμονα το κέρδος. Αυτό ουσιαστικά παραπέμπει σε ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης που θα βάζει τέλος στη λογική της λιτότητας. Σ’ αυτή την κατεύθυνση κάτι αλλάζει και στην Ευρώπη σε πολιτικό και σε κοινωνικό επίπεδο, βλέποντας ότι οι πολιτικές λιτότητας οδηγούν σε φτώχεια και σε διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Ήρθε η ώρα λοιπόν η Αριστερά και τα αιτήματα για δημοκρατία και για κοινωνική δικαιοσύνη να ξανατεθούν εμφατικά και με όρους νίκης. Σ’αυτή την κατεύθυνση, όπως το έθεσε ο Ευ. Τσακαλώτος στην ομιλία του στο προηγούμενο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ (Ιούλιος 2013), «φτιάχνουμε μια Αριστερά που δεν θέλει πια ηρωικές ήττες, δεν θέλει να έχουμε σε 30 χρόνια νέα τραγούδια για το πως χάσαμε εδώ και εκεί, αλλά μια Αριστερά που θα κερδίσει». Οι εκλογές στις 25 του Γενάρη ας είναι η αρχή αυτού του νέου δρόμου.
(1) Παρουσιάζεται στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ για τη ζωή του βουλευτή των Εργατικών, Tony Benn, “Will and Testament”, 2014.
(2) Ευκλείδης Τσακαλώτος, «Η νέα πραγματικότητα που μας επιφυλάσσει το κόμμα του 38%», Εφημερίδα των Συντακτών (15.01.2015).
