Στις περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις την περίοδο της Μεταπολίτευσης οι πολίτες καλούνταν να τοποθετηθούν επί διλημμάτων. «Καραμανλής ή τανκς» το 1974, «Αλλαγή ή οπισθοδρόμηση» το 1981, «ενάρετοι ή κλέφτες» το 1989, «εκσυγχρονισμός ή συντήρηση» το 1996, «επανίδρυση του κράτους ή παλαιοκομματισμός» το 2004, «ευρώ ή δραχμή» στις τελευταίες.
Το κόμμα που έβαζε εγκαίρως και με πιο πειστικό τρόπο το δίλημμα και κατάφερνε να εμφανίζει την πρότασή του ως τη μόνη σοβαρή για την πορεία της χώρας, δυσφημώντας ταυτοχρόνως τη γραμμή του αντιπάλου, κέρδιζε τις εντυπώσεις και τη μάχη στις κάλπες. Το τι συνέβη στη συνέχεια και γιατί ελκυστικές αφηγήσεις κατάντησαν αποκρουστικές είναι αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης.
Το σημερινό μπλοκ εξουσίας έχει χρησιμοποιήσει όλα τα βρόμικα όπλα για να αποδείξει ότι η ριζοσπαστική Αριστερά δεν πρέπει να κυβερνήσει. Και δεν πρέπει, όχι μόνο γιατί δεν μπορεί (προφανώς η σχετική τεχνογνωσία είναι αποκλειστικό προσόν του συναινετικού δικομματισμού), αλλά και γιατί, στην περίπτωση που οι πολίτες καθοδηγούμενοι από την οργή τους επενδύσουν τις ελπίδες τους σε αυτήν, η χώρα θα μπλέξει σε περιπέτειες. Η στρατηγική του φόβου απέδωσε μέχρι τις ευρωεκλογές.
Από τη στιγμή εκείνη και μετά ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σταθερά μπροστά στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων, έστω κι αν δεν έχει ακόμη κατορθώσει να εμπεδώσει κλίμα ενθουσιασμού γύρω από την πολιτική του. Θα είναι πια δύσκολο για τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ να αυτοχειροτονηθούν ξανά ως σωτήρες. Τα χοντρά λάθη, οι αλλεπάλληλες γκάφες και η κυρίαρχη αίσθηση ότι κουμάντο κάνει η τρόικα σε όλα τα θέματα, ακόμη και σε αυτά που δεν αναφέρονται στο πρόγραμμα, έχουν υπονομεύσει τη ρητορική της κυβέρνησης περί εθνικού σχεδίου για τη μεταμνημονιακή εποχή (πούν’ το, πούν’ το το δαχτυλίδι) και περί διαχειριστικής επάρκειας.
Η άποψη που κερδίζει συνεχώς έδαφος είναι ότι «τούτοι εδώ, εκτός απ’ όλα τα άλλα, είναι και παντελώς ανίκανοι». Προσχωρούν πλέον σε αυτήν και κάποια δυναμικά στηρίγματα του καθεστώτος. Ετσι με ενδιαφέρον παρατηρούμε ότι ένα κομμάτι του συστήματος (εκπρόσωποι της οικονομικής ελίτ, κεντρικά δίκτυα ενημέρωσης) αποσύρει σιγά σιγά την εμπιστοσύνη του. Προς το παρόν μιλάει για εγκληματικά λάθη, πρωτοφανή βλακεία, για αριστοτέχνες της στενοκεφαλιάς και ακατάλληλα πρόσωπα -κριτική που ακουμπά και τον ίδιο τον πρωθυπουργό- ενώ δεν λείπουν τα ανοίγματα στον άλλοτε επικίνδυνο Τσίπρα. Προφανώς αρχίζουν να συμφιλιώνονται, οι πιο διορατικοί εξ αυτών, με την ιδέα της ήττας των εκλεκτών τους και ετοιμάζονται για την επόμενη μέρα.
Ο αμείλικτα ευφυής Σαλβαδόρ Νταλί, λίγο πριν από την ήττα των Δημοκρατικών στον ισπανικό εμφύλιο, δικαιολόγησε τον πυώδη οπορτουνισμό του λέγοντας ότι «εγώ θα πάω με τον νικητή γιατί η πανωλεθρία είναι αντιαισθητική». Στην περίπτωση πάντως των δικών μας, οι λόγοι που τους υποχρεώνουν να «πάρουν» τη στροφή δεν είναι αισθητικής φύσης. Για τα συμφέροντα της τάξης τους αγωνιούν και ορισμένοι -οι πιο εκτεθειμένοι σε ύποπτες συναλλαγές με την εξουσία- για την προσωπική τους τύχη.
Ανάγωγα
Διαβάζω στον φιλοκυβερνητικό Τύπο ότι κύκλοι του μεγάρου Μαξίμου θεωρούν υπεύθυνο για το τελευταίο φιάσκο με τον ΕΝΦΙΑ τον υπουργό Οικονομικών Γκίκα Χαρδούβελη, ενώ άλλοι κύκλοι -του υπουργείου Οικονομικών αυτοί- χρεώνουν την γκάφα στη γενική γραμματέα Εσόδων Κατερίνα Σαββαΐδου. Καλή η προσπάθεια των κύκλων να μεταφέρουν τις ευθύνες στους από κάτω, αλλά το κουτόχορτο είναι άνοστο. Σας τελείωσαν τα παραισθησιογόνα;
