Δεν είναι μακριά ο καιρός που στον ΣΥΡΙΖΑ θεωρούσαν τις δημοσκοπήσεις συστημικό εργαλείο στα χέρια της εξουσίας, ωφέλιμο μόνο για τη δημιουργία εντυπώσεων και για τη χειραγώγηση του εκλογικού σώματος. Με τον ίδιο σκεπτικισμό αντιμετώπιζαν και τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης. Ανέκαθεν ήταν οι ναυαρχίδες της προώθησης των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και το μακρύ προπαγανδιστικό χέρι του συστήματος και της κυβέρνησης μέσα στο σαλόνι του κάθε νοικοκυριού. Παρ’ όλα αυτά, επέμεναν να στέλνουν εκπρόσωπο στα κάθε λογής τηλεοπτικά πάνελ και παράθυρα. Κι ενώ γνώριζαν ότι θα βρεθούν σε στημένες συζητήσεις και θα αντιμετωπίσουν την τακτική τού «όλοι εναντίον ενός», προσπαθούσαν, ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, ν’ αρθρώσουν έναν διαφορετικό πολιτικό λόγο.
Τελευταία, ιδιαίτερα από την ημέρα που καβαλίκεψε το άτι της πρωτιάς στις δημοσκοπήσεις και βλέπει τη διαφορά του από τα κυβερνητικά κόμματα να διευρύνεται, ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο έπαψε να τις απαξιώνει και να τις στηλιτεύει, αλλά συχνότατα τις επικαλείται και τις αξιοποιεί. Ταυτόχρονα εξακολουθεί να στέλνει τους εκπροσώπους του σαν πρόβατα επί σφαγή στα τηλεπαράθυρα των μη αδειοδοτημένων και διαπλεκόμενων ιδιωτικών ΜΜΕ. Θα περίμενε κανείς το αντίθετο: να μην τα νομιμοποιεί με την παρουσία του και ν’ αναζητήσει εναλλακτικούς διαύλους επικοινωνίας με την κοινωνία.
Την ίδια ώρα, ο πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ γίνεται ολοένα και πιο επικοινωνιακός. Αρχικά έπεσε στην παγίδα του διπολισμού, της ατάκας και της κοκορομαχίας. Επέλεξε να απαντά σε κάθε εμπρηστικό κι αποπροσανατολιστικό πυροτέχνημα των εκπροσώπων της κυβέρνησης, αντί να την απαξιώνει. Θα μπορούσε να υιοθετήσει τη στάση «δεν συνομιλώ ούτε συνδιαλέγομαι με όσους διέλυσαν τη χώρα, άξιος συνομιλητής μας είναι μόνο η κοινωνία». Αντί αυτών, υποβίβασε το πολιτικό του επίπεδο μπαίνοντας στη διαδικασία του χαρτοπόλεμου και της φανφάρας, με συνέπεια να σέρνεται πίσω από την ατζέντα της κυβέρνησης. Ακολούθως, επέτρεψε σε έμμισθους επικοινωνιολόγους ή παλαίμαχους του δήθεν πολιτικού σχεδιασμού να επηρεάσουν τη ρητορική του. Αποκορύφωμα οι πρόσφατες αυτοδιοικητικές και ευρωπαϊκές εκλογές, όπου πολιτεύτηκε με εύκολα σλόγκαν και με στόχο το θυμικό του ψηφοφόρου, ανακυκλώνοντας παλαιοκομματικές λογικές και στρατηγικές.
Εν κατακλείδι, ο πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ διολισθαίνει ανησυχητικά προς την επικοινωνία. Προφανής στόχευση η συγκέντρωση του μέγιστου δυνατού ποσοστού το συντομότερο δυνατόν, δημοσκοπικά και εκλογικά. Σ’ αυτήν την προσπάθεια χρησιμοποιεί συστημικά εργαλεία που θα έπρεπε ν’ αντιστρατεύεται. Οι επικοινωνιακές ψήφοι που φαίνεται να συγκεντρώνει, με το πρώτο προπέτασμα καπνού του αντιπάλου και με μια ομοβροντία προβοκάτσιας από τα ΜΜΕ, θα σκορπίσουν όσο εύκολα μαζεύτηκαν. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντιθέτως, έχει ανάγκη από συνειδητοποιημένους ψηφοφόρους. Ακριβώς επειδή θα χρειαστεί τη στήριξή τους κυρίως μετά τις εκλογές, αν φυσικά προτίθεται να πράξει τα όσα ευαγγελίζεται. Γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να αναθεωρήσει αμέσως την επικοινωνιακή του τακτική και τον επιφανειακό, εν πολλοίς, τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την κοινωνία. Μια αυτοδυναμία με επικοινωνιακούς όρους και εξαρτήσεις δύσκολα θα μπορέσει να φανεί πραγματικά ωφέλιμη στα πλατιά κοινωνικά στρώματα που έχουν εναποθέσει μεγάλες ελπίδες στον χώρο αυτόν.
