Στις αρχές του 2006, η εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα «Charlie Hebdo» αναδημοσίευσε ορισμένα από τα σκίτσα του Μωάμεθ που είχε δημοσιεύσει αρχικά, τον Σεπτέμβριο του 2005, η δανική ημερήσια εφημερίδα «Jyllands-Posten». Το γεγονός αυτό, που προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις στον μουσουλμανικό κόσμο, τροφοδότησε ευρεία δημόσια συζήτηση για την ελευθερία της έκφρασης και τα όριά της. Στη συζήτηση αυτήν παρενέβη με το ακόλουθο άρθρο του ο γνωστός συγγραφέας και δημοσιογράφος Ζαν Ντανιέλ, διευθυντής τότε του περιοδικού «Le Nouvel Observateur».
Σε αυτές τις αρχές του 2006, οι κοινωνίες μας έχουν φτάσει σε ένα βαθμό τραγικής μωρίας, η οποία θα προκαλέσει αμηχανία στους μελλοντικούς ιστορικούς. Σε μιαν εποχή στην οποία δεν μιλούν γι’ άλλο θέμα παρά μόνο για θρησκευτικούς πολέμους και ενώ οι νεκροί σωρεύονται φτάνοντας τους εκατοντάδες χιλιάδες και οι μονοθεϊστές πιστεύουν ότι μπορούν να σκοτώνουν εκ περιτροπής στην καρδιά της πρωτεύουσας του μονοθεϊστικού σύμπαντος, ορισμένοι αγανακτούν για κάποια ευτελή σκίτσα. Δεν λέω ότι μπροστά σε εκδηλώσεις χλευασμού οι πιστοί οφείλουν να αποκρύπτουν την ευαισθησία τους, τη βαθύτερη συγκίνησή τους.
Αυτή η ευαισθησία και αυτή η συγκίνηση είναι κατανοητές κάθε φορά που θίγεται το ιερό. Καθένας όμως έχει μια δική του ιδιαίτερη αντίληψη για το ιερό. Και θα ήταν ευκταίο η κοινή γνώμη να εκφράζει τη συγκίνησή της και την αποδοκιμασία της για άλλες εικόνες – εκείνες τις τρομερές εικόνες των βομβαρδισμών των πόλεων, των επιθέσεων εναντίον αμάχων, που πλήττουν την ψυχή ολόκληρης της ανθρωπότητας. Τώρα ορισμένα μουσουλμανικά κράτη αξιώνουν τη συμμόρφωση και την τιμωρία ορισμένων εφημερίδων, επειδή αυτό συνηθίζεται στις χώρες τους.
Η ιδέα ότι μπορεί να υπάρχει αληθινή ελευθερία του Τύπου είναι ακόμα εντελώς ξένη για τις περισσότερες αραβο-μουσουλμανικές κυβερνήσεις. Η κοινή γνώμη των χωρών τους είναι η πρώτη που το γνωρίζει και υποφέρει από αυτό. Η συνθηκολόγηση, όμως, ορισμένων εφημερίδων με αυτές τις αυθαίρετες εντολές είναι ασυμβίβαστη με την τιμή της δημοκρατίας. Αν αποδεχόμασταν το να ενωθούν όλες οι θρησκείες για να περιορίσουν την ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου, το αποτέλεσμα θα ήταν η οπισθοδρόμηση από τη μια μεριά και ο κοινοτισμός από την άλλη. Οι θρησκευτικές κοινότητες θα υπαγόρευαν τον νόμο τους ενάντια στους νόμους.
Ας έρθουμε όμως στο βάθος του ζητήματος και σε αυτό που όρισα ως τον «τραγικά μωρό» χαρακτήρα του. Ας πούμε πρώτα απ’ όλα ότι τα δώδεκα σκίτσα που δημοσιεύτηκαν από τη δανική ημερήσια εφημερίδα «Jyllands-Posten» δεν εκφράζουν ούτε αισθητική τόλμη ούτε συγκινησιακή ευαισθησία, αλλά ούτε και ιδιαίτερη αίσθηση της πολιτικής συγκυρίας. Δεν μπορούμε να πούμε ότι σε αυτά τα σκίτσα ανευρίσκεται κάτι από τη μεγάλη κληρονομιά ενός Ονορέ Ντομιέ ή ενός Σαλβαντόρ Νταλί, ούτε και, σε ένα άλλο επίπεδο, ενός Μπουνουέλ. Σε εκείνες τις περιπτώσεις η πρόκληση δικαιωνόταν από την τέχνη, δηλαδή από την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα.
Εκείνο που δικαιώνει τον Ντιντερό της «Καλόγριας», τον Βολτέρο του «Συντρίψτε τον Αχρείο», «Τα άνθη του κακού» του Μποντλέρ ή την αναπαράσταση του γυναικείου αιδοίου από τον Κουρμπέ με τον τίτλο «Η καταγωγή του κόσμου» είναι γι’ άλλη μια φορά η τέχνη, απλώς η τέχνη. Οσο για μένα, είμαι έτοιμος να αποδεχθώ όλες τις καλλιτεχνικές προκλήσεις για οποιοδήποτε θέμα, είτε πρόκειται για τον Βούδα ή τον Μωυσή, τον Ιησού ή τον Μωάμεθ. Βρίσκω όμως ανυπόφορο η χυδαιότητα να είναι η μόνη που κηλιδώνει το ιερό. Αν οι σουρεαλιστές μπόρεσαν να το κάνουν είναι επειδή βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο με το αντικείμενο της βεβήλωσης.
Σε αυτό το σημείο, αν όσα είπα μέχρι τώρα καθιστούν κατανοητή τη συγκίνηση, την αποδοκιμασία και την καταδίκη που προκαλούν εκείνα τα σκίτσα, μένει να αναρωτηθούμε αν ένα κράτος μπορεί να σφετεριστεί το δικαίωμα να τα απαγορεύσει ή να τα λογοκρίνει. Η ελευθερία είναι μεγάλη κατάκτηση. Και έχει τα όριά της στις ευθύνες που τη συνοδεύουν. Δεν είναι θεμιτό να κάνουμε τους άλλους να υφίστανται αυτό που δεν θα θέλαμε να υποστούμε εμείς. Η δυσκολία έγκειται όμως στη διαφορετικότητα αυτού που οι κοινωνίες δεν είναι διατεθειμένες να υφίστανται.
Οι λεγόμενες μουσουλμανικές κοινωνίες θεωρούν ότι τους προσβάλλει βαριά όποιος θέλει να αναπαριστά τον Μωάμεθ και του αποδίδουν μια διαβολική ευθύνη. Θεωρούν, επίσης, ότι αυτή η βαριά προσβολή έρχεται να πλήξει μια ταυτότητα αδιαχώριστη από την πίστη. Σε αυτές τις κοινωνίες ο πολίτης είναι πάνω απ’ όλα ένας πιστός. Στη Δύση, αντίθετα, μια πλειονότητα αποτελούμενη από μονοθεϊστές ή αγνωστικιστές δεν θεωρεί προσβλητικό ή αντίθετο στην πίστη το να επισημαίνουμε ότι ορισμένοι πιστοί μπόρεσαν να διαπράξουν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στο όνομα του Γιαχβέ, του Ιησού ή του Μωάμεθ. Η Βίβλος είναι ολόκληρη μια διαδοχή πολέμων στους οποίους ο Θεός παίζει κυρίαρχο ρόλο.
Οι χριστιανοί επινόησαν τις Σταυροφορίες και την Ιερά Εξέταση, που δεν ήταν μικρό πράγμα. Γιατί δεν θα πρέπει να μπορούμε να λέμε ότι ορισμένοι μουσουλμάνοι χρησιμοποιούν το όνομα του προφήτη τους για να διαπράττουν επαίσχυντες πράξεις; Πρόκειται για μια διαφορά κουλτούρας πολύ κοντινή σε μιαν ασυμβατότητα αντιλήψεων. Οι μεν έχουν ιεροποιήσει τον νόμο, οι δε την πίστη. Διαφορετική είναι όμως και μια φιλοσοφία της ελευθερίας που ανάγεται στο μακρινό παρελθόν.
Στον Μεσαίωνα υπήρξε ένας μεγάλος μουσουλμάνος, οπαδός του Αριστοτέλη, ο Αβερρόης, ο οποίος προσπάθησε να χαράξει τα όρια της πίστης για να απελευθερώσει τη σκέψη. Αργότερα, όμως, οι μουσουλμάνοι δεν πίστεψαν ότι έπρεπε να αποδεχθούν το μήνυμα εκείνου του μεγάλου, του μεγαλύτερου που είχαν, εναντίον της θεολογικής σκέψης.
Για τις έννοιες της ανεκτικότητας και της ελευθερίας ποτέ δεν έπαψαν οι συγκρούσεις, μέχρι την εποχή του Διαφωτισμού, οπότε ο Βολτέρος έθεσε τις αρχές ενός πολιτισμού όταν έγραψε: «Διαφωνώ με όσα λες, αλλά θα υπερασπιστώ και με τη ζωή μου ακόμα το δικαίωμά σου να τα λες». Η ιδέα ήταν η εξής: μπορεί να υπάρχουν περισσότερες αλήθειες και πρέπει να είμαστε ελεύθεροι να επιλέγουμε μία. Με άλλα λόγια, τα σκίτσα της δανικής εφημερίδας μπορεί να καταδικάζονται στο όνομα της τέχνης και της ευαισθησίας, αλλά δεν μπορεί να απαγορεύονται στο όνομα των αρχών ενός πολιτισμού.
Επιμέλεια-μετάφραση: Θανάσης Γιαλκέτσης
