Μιλώντας από το βήμα του ΕΣΥΠ, ο υπουργός Παιδείας προανήγγειλε τροπολογία, με την οποία θα παραχωρείται στις διοικήσεις των Πανεπιστημίων η αρμοδιότητα για τον καθορισμό του αριθμού των νεοεισερχόμενων φοιτητών. Με το δεδομένο ότι τα Ιδρύματα κάθε χρόνο ζητούν 30% έως και 50% λιγότερους εισακτέους, αναμένεται χοντρό ψαλίδι… – Εντύπωση πάντως προκαλεί η αρνητική συγκυρία που επέλεξε ο κ. Λοβέρδος για να ανοίξει ακόμη ένα μέτωπο, μεταθέτοντας την ευθύνη στις διοικήσεις των Ιδρυμάτων
Επικίνδυνα παιχνίδια στην πλάτη των υποψηφίων των πανελλαδικών και με διακύβευμα το δικαίωμα στην ανώτατη εκπαίδευση παίζει ο υπουργός Παιδείας με τις διοικήσεις των ΑΕΙ. Προαναγγέλλοντας ότι θα κατατεθεί τροπολογία, με την οποία θα ικανοποιηθεί το αίτημα των Ιδρυμάτων να καθορίζουν τα ίδια τον αριθμό των εισακτέων, παραδίδει το κλειδί για να κλείσουν οι πόρτες σε χιλιάδες υποψηφίους, αν ληφθεί υπόψη ότι κάθε χρόνο τα περισσότερα Ιδρύματα ζητούν από 30% έως και 50% λιγότερους εισακτέους από αυτούς που -εν τέλει- εγκρίνει το υπουργείο Παιδείας.
Οι περίπου 70.000 θέσεις που διατίθενται κάθε χρόνο θα μειωθούν αμεσα και δραστικά στις 50.000, στις 40.000 θέσεις ή και ακόμη περισσότερο, αν οι προθέσεις του κ. Λοβέρδου απηχούν τις προθέσεις της κυβέρνησης και αν δεν αποτελούν, απλώς, εκβιαστικό μοχλό εναντίον των Ιδρυμάτων που γκρινιάζουν για τον υπερβολικά μεγάλο αριθμό πρωτοετών που δέχονται κάθε χρόνο. Σε κάθε περίπτωση, θα έχει απαλλαγεί από το βάρος της κοινωνικής ευθύνης και θα είναι ήσυχος που στα δύσκολα χρόνια της κρίσης θα έχει προσφέρει ακόμη μία εμπνευσμένη λύση σε ένα καίριο κοινωνικό ζήτημα.
«Νομοθετική πρωτοβουλία»
«Θα περάσει ο καθορισμός του αριθμού στα Ιδρύματα, και να αντιμετωπίσουν τα ίδια τα Ιδρύματα και τα προβλήματα που έχουν για τη λειτουργία τους και τις κοινωνικές αντιδράσεις», δήλωσε ο υπουργός, χθες, στην πανηγυρική έναρξη του ΕΣΥΠ, δίνοντας εύγλωττα το στίγμα των προθέσεών του. Οπως είπε: «Ακούγονται εδώ, στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, και όχι μόνο εδώ, πολλές σκέψεις και πολλές διαμαρτυρίες για τον μεγάλο αριθμό των φοιτητών στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ. Η κριτική επαυξάνεται λόγω του μεγάλου αριθμού των μετεγγραφών. Ακούστηκε αυτό και στις συσκέψεις που κάνουμε με τους πρυτάνεις και τους προέδρους των ΤΕΙ. Αφού υπάρχει και σχετική παλαιότερη απόφαση του ΕΣΥΠ, θα καταθέσουμε σχετική νομοθετική πρωτοβουλία», η οποία -όπως διευκρίνισε- θα προβλέπει συνεννόηση των ΑΕΙ με την ΑΔΙΠ για το τελικό αποτέλεσμα.
Μένει να αποδειχθεί αν πρόκειται για μια ανεπιτυχή προσπάθεια να βγει από τη δύσκολη θέση, στην οποία περιήλθε με την περιπέτεια των μετεγγραφών ή αν πρόκειται για πρόωρη ανακοίνωση σχεδίων, καθώς «τρέχει» η ακατάλληλη για τέτοιες υπερβάσεις προεκλογική περίοδος. Στη δεύτερη περίπτωση, θα έχουμε να κάνουμε και με την πραγματική πρόθεση της κυβέρνησης να προχωρήσει περαιτέρω τις περιοριστικές πολιτικές στον χώρο της Παιδείας. Αλλωστε, οι δεσμεύσεις για δραστικές περικοπές είναι εξαρχής, από το πρώτο Μνημόνιο, ισχυρές και συνεχώς ενισχύονται. Οπως και να έχει πάντως, θα πρόκειται για μεγάλη ανατροπή, πολύ μακριά από τον προβληματισμό που συνοδεύει κάθε συζήτηση για την πρόσβαση στα ΑΕΙ και πολύ κοντά στην επαναφορά των (ακόμα πιο) άνισων ευκαιριών στη μόρφωση.
Θυμίζουμε ότι πέρυσι δόθηκαν περί τις 70.000 θέσεις, ενώ τα ΑΕΙ ζητούσαν έως και 35% λιγότερους, με το σκεπτικό ότι -ακόμα και μετά τον αριθμό που ανακοινώνεται από το υπουργείο- ο αριθμός εισακτέων φουσκώνει με μετεγγραφές, κατατακτήριες, ειδικές κατηγορίες κ.ά. κατά 20%-30%. Υπήρξαν, δε, τμήματα που φέτος ζήτησαν μείωση σχεδόν 60% από τον αριθμό του υπουργείου. Στο ΑΠΘ ζητήθηκε (όπως κάθε χρόνο) να εισαχθούν 4.500 έναντι 5.805 που τελικά δέχτηκε. Το ΕΚΠΑ πρότεινε 4.350 από 5.300 που δέχθηκε πέρυσι, ενώ στο ΕΜΠ ζητήθηκαν 860 από 1.220 που δόθηκαν πέρυσι και 1.325 που έδωσε το υπουργείο, οι οποίοι αναμένεται να γίνουν τελικά 2.225.
Νίπτουν τας χείρας των
«Τα Ιδρύματα δεν θέλουν λιγότερους φοιτητές. Ζητούν λιγότερες θέσεις, επειδή δεν χρηματοδοτούνται όσο χρειάζεται για να αντεπεξέλθουν στις πιεστικές ανάγκες και ταυτόχρονα να μη χάσουν την αξία τους τα πτυχία», λένε οι περισσότεροι από τους πρώην πρυτάνεις με τους οποίους επικοινώνησε η «Εφ.Συν.».
Ο πρώην πρύτανης του ΑΠΘ, Γ. Μυλόπουλος, του μεγαλύτερου Πανεπιστημίου της χώρας, που κάθε χρόνο ζητούσε 4.500 εισακτέους και -όπως τονίζει- ο τελικός αριθμός κάθε χρόνο έφτανε και συνεχίζει να φτάνει τις 8.000-8.500, δηλώνει ότι «κανένα Ιδρυμα δεν θέλει μείωση των φοιτητών. Με τη συστηματική υποχρηματοδότηση των τελευταίων χρόνων δεν αντέχουμε περισσότερους φοιτητές. Αν είχαμε την κατάλληλη υποστήριξη, γιατί να αρνηθούμε;».
Το θέμα, φυσικά, επισκίασε όλη την ατζέντα της πρώτης συνεδρίασης του ΕΣΥΠ καθώς και τις λοιπές ανακοινώσεις του υπουργού. Ανάμεσα σε άλλα ανακοινώθηκε:
- Δρομολόγηση του σχεδίου νόμου για τις αλλαγές στην πρωτοβάθμια, που συμπυκνώνονται στη μείωση ύλης, επιστημονικών αντικειμένων, πρόγραμμα μελέτης στο σχολείο αλλά και συγγραφή νέων βιβλίων, όπως ειπώθηκε χθες. Μέχρι τον Ιανουάριο θα έχουν καταλήξει στις τελικές προτάσεις και μετά θα συνταχθεί το σχέδιο νόμου.
- Για τη δευτεροβάθμια, έγκαιρη ενεργοποίηση της Τράπεζας Θεμάτων, η οποία θα εφαρμοστεί κανονικά για να αποδειχθεί η ορθότητά της. Ακόμα, ελάφρυνση της εξεταστέας ύλης σε όλη τη δευτεροβάθμια και καταπολέμηση της παραπαιδείας αφού, όπως υποστήριξε ο υπουργός, «η προσφυγή στα φροντιστήρια δικαιολογείται από τα κενά και την πολλή, μη χρήσιμη ύλη. Αν αυτά λυθούν, τότε τα φροντιστήρια θα καμφθούν ως ακριβή, αλλά και περιττή πρακτική».
- Για την Πληροφορική, η εισαγωγή της στα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα αφορά «όσους ενδιαφέρονται για σχολές πληροφορικής. Να έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν το εν λόγω μάθημα».
