Η Ιβόν Μπράουν, 55 ετών πρώην χειρίστρια μηχανημάτων, επιβιώνει με 850 δολάρια τον μήνα από τη σύνταξη και τα επιδόματα αναπηρίας, ποσό που φυσικά δεν φτάνει για να καλύψει τα 8.000 δολάρια που χρωστάει στην εφορία για το ακίνητο της, το οποίο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του Ντιτρόιτ. Φέτος, επειδή δεν έχει πληρώσει καμία δόση επί τρία χρόνια, ο Δήμος διέταξε την κατάσχεση του σπιτιού το οποίο βγαίνει σε δημοπρασία στο διαδίκτυο, με τιμή εκκίνησης τα 500 δολάρια! Η Ιβόν θα πρέπει να αδειάσει το ακίνητο μέχρι τον Ιανουάριο. Και δεν είναι η μόνη.
Καθώς το Ντιτρόιτ προσπαθεί να αφήσει πίσω του την χρεοκοπία και να σταθεί πάλι στα πόδια του- επιλέγοντας να επενδύσει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στην κατασκευή μιας νέας γραμμής «προαστιακού» και ενός σταδίου χόκεϊ – προχωράει ταυτόχρονα τις διαδικασίες, που θα οδηγήσουν τελικά στην έξωση έως 142.000 πολιτών του, πολλοί εκ των οποίων είναι πολύ φτωχοί για να πληρώσουν τους φόρους τους.
Το 83% των κατοίκων του Ντιτρόιτ- επισημαίνει στο ρεπορτάζ του το περιοδικό The Atlantic– είναι Αφροαμερικανοί και το 38% ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Αλλά το παλιό, «μαύρο» Ντιτρόιτ έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το «λευκό», πιο πλούσιο, νέο Ντιτρόιτ, με το οποίο οι τοπικές αρχές φλερτάρουν ασύστολα, προσφέροντας ως «καρότο»… φοροαπαλλαγές και κίνητρα για να το πείσουν να μείνει. Οι δυο διαφορετικές αυτές όψεις της χρεοκοπίας δίνουν μια έντονη ρατσιστική χροιά σε αυτές τις μαζικές εξώσεις.
«Πιστεύετε πραγματικά ότι θα μου πάρουν το σπίτι;», λέει κλαίγοντας η Ιβόν στην Ρόουζ Χάκμαν του Atlantic. Παραδίπλα κοιμάται ο αδελφός της. Μόλις επέστρεψε από το νοσοκομείο, όπου έμαθε ότι πάσχει από καρκίνο του προστάτη. Η ίδια η Ιβόν υποφέρει από αρθρίτιδα κι αντιμετωπίζει κινητικά προβλήματα, μετά από μια αποτυχημένη εγχείρηση στο γόνατο, που άφησε το ένα πόδι της πιο κοντό από το άλλο. «Εάν μας διώξουν», λέει, «δεν έχουμε που να μείνουμε. Θα πρέπει να πάμε σε ξενώνα αστέγων. Δεν θέλω να πάω σε ξενώνα. Θέλω να μείνω σπίτι μου».
Φέτος στο Ντιτρόιτ έγιναν 22.000 κατασχέσεις σε ακίνητα, των οποίων οι ιδιοκτήτες δεν μπόρεσαν να πληρώσουν φόρους επί τρία συνεχή χρόνια. Από αυτά τα ακίνητα, υπολογίζεται ότι τα 10.000 κατοικούνται ακόμα, πράγμα που σημαίνει ότι μέχρι το τέλος του χρόνου 27.000 κάτοικοι θα βρεθούν στο δρόμο. Είναι ένας πολύ μεγάλος αριθμός για μια πόλη που βλέπει τον πληθυσμό της να μειώνεται ραγδαία και να έχει σήμερα λιγότερους από 700.000 κατοίκους.
Τους επόμενους μήνες ειδοποιητήρια για εξώσεις θα φθάσουν σε άλλους 75.000 ιδιοκτήτες, ενώ υπολογίζεται ότι μέσα στο 2015 συνολικά άλλοι 115.000 κάτοικοι κινδυνεύουν άμεσα να χάσουν τα σπίτια τους. Η πόλη, που υποτίθεται ότι προσπαθεί να φτιάξει την εικόνα της, δείχνει πρόθυμη να «θυσιάσει» το ένα πέμπτο του πληθυσμού της, χωρίς ακόμα να έχει ανακοινώσει σχέδια στέγασης των πλέον ευάλωτων, που θα μείνουν στο δρόμο.
Οι «φορο-παραβάτες» του Ντιτρόιτ, που συνολικά κατοικούν στα περισσότερα από τα μισά ακίνητα της πόλης- σύμφωνα με τα στοιχεία της τοπικής εταιρείας δεδομένων Loveland Technologies – συχνά κατηγορούνται για την υπό κατάρρευση υποδομή λόγω της έλλειψης κονδυλίων και θεωρούνται εν μέρει υπεύθυνοι για την χρεοκοπία του. Ο Δήμαρχος Μάικ Ντάγκαν συνηθίζει να διακηρύσσει στις συνεντεύξεις Τύπου και τις δημόσιες συγκεντρώσεις ότι θέλει να συνεργαστεί με τους «καλούς» πολίτες του Ντιτρόιτ- αυτούς που πληρώνουν τους λογαριασμούς τους και κουρεύουν το γκαζόν τους. Αλλά αδιαφορώντας για τους δημότες που χρωστάνε δόσεις στην εφορία και βρίσκονται αντιμέτωποι με τον εφιάλτη της προσωπικής χρεοκοπίας, ο Δήμος δίνει την εντύπωση ότι οι εξώσεις είναι μέρος ενός μεγαλύτερου σχεδίου για να ξεφορτωθεί η πόλη τους πιο φτωχούς κατοίκους της, δηλαδή κάτι σαν μια σύγχρονη μορφή αναγκαστικής μετεγκατάστασης.
Εξώσεις βάση «ρατσιστικού σχεδίου»;
«Είναι μια τραγική και ακραία εκδοχή ενός πολύ γνωστού μοτίβου» λέει η Σέριλ Χάρις καθηγήτρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου UCLA. Η Χάρις χαρακτηρίζει τις δημοπρασίες μια μαζική μορφή «ρατσιστικών εξώσεων». Η υποχρεωτική μετεγκατάσταση είναι ένα ευαίσθητο θέμα για το Ντιτρόιτ, όπου την δεκαετία του 1950, πολλές φτωχές γειτονιές μαύρων ισοπεδώθηκαν για να γίνουν αυτοκινητόδρομοι. Και οι κάτοικοι τους αποκλείστηκαν με την βία από τις «λευκές» γειτονιές μέχρι την δεκαετία του 1960.
‘Οπως επισημαίνει το Atlantic, η εγκαθίδρυση στη συνέχεια δυο ξεχωριστών αγορών ακινήτων, ήταν σαφέστατα υπέρ των λευκών, μπλοκάροντας τον πληθυσμό των Αφροαμερικανών από την πρόσβαση σε επιδοτούμενα στεγαστικά δάνεια από το ομοσπονδιακό κράτος και αφήνοντας τους έκθετους στα χέρια τυχοδιωκτών δανειστών. Αυτή η «διπλή» οικονομική πραγματικότητα ήταν και το σκηνικό για τις ταραχές στο Ντιτρόιτ το 1967, που επιτάχυνε την «φυγή» των λευκών. Η συνεχιζόμενη, κλιμακούμενη ανισότητα στον καταμερισμό του πλούτου μεταξύ μαύρων και λευκών μπορεί εν μέρει να εξηγεί την συνεχιζόμενη μέχρι σήμερα οικιστική διάκριση. ‘Εχει υπολογιστεί άλλωστε ότι οι οικογένειες των λευκών κατά μέσο όρο είναι έξι φορές πιο εύπορες από τις οικογένειες των μαύρων.
Για πολλούς πρώην και νυν ιδιοκτήτες ακινήτων του Ντιτρόιτ, η ιστορία βρίσκεται στην καρδιά της σχέσεις τους με την πόλη. Η Αρκέσα Εστερς, 32 ετών, μητέρα δυο παιδιών επέστρεψε στο Ντιτρόιτ πριν πέντε χρόνια με το σύζυγό της, όταν κληρονόμισε το πατρικό της σπίτι. Είναι το μοναδικό σπίτι που ανήκει στην οικογένεια της. «Αυτό είναι το σπίτι που μεγάλωσε ο παππούς μου και αυτό που θυμάμαι από παιδί. Θέλω οι κόρες μου να μεγαλώσουν εδώ. Αυτό είναι το σπίτι μας» λέει, ωστόσο είναι πολύ πιθανό να το χάσει τους επόμενους μήνες.
Οταν επέστρεψε στην πόλη της ήταν αδύνατο να βρει δουλειά. Ο σύζυγός της βρήκε απασχόληση στις οικοδομές, αλλά ήταν πολύ δύσκολο να τα βγάλουν πέρα και άρχισαν να καθυστερούν τις πληρωμές των λογαριασμών τους. Μια σοβαρή βλάβη στα υδραυλικά, τους φούσκωσε το λογαριασμό του νερού κατά 4.000 δολάρια, ένα ποσό που δεν μπορούσε η οικογένεια να πληρώσει. Το χρέος συμψηφίστηκε με τον φόρο ακινήτων- μια συνηθισμένη πρακτική στο Ντιτρόιτ- και όταν το σπίτι της Αρκέσα κατασχέθηκε φέτος από τον Δήμο, το ποσό που όφειλε η οικογένεια είχε εκτοξευτεί στα 12.000 δολάρια, λόγω και των τόκων που έφταναν το 18% ετησίως.
‘Ισως επειδή πολλοί πίστευαν ότι οι φτωχοί δεν θα έπρεπε να είναι και ιδιοκτήτες ακινήτων, ελάχιστοι από αυτούς που έχασαν τα σπίτια τους ενημερώθηκαν ότι μπορούν να τα αγοράσουν πάλι. Μπορεί το χρέος να ήταν χιλιάδες δολάρια, ωστόσο πολλοί ιδιοκτήτες δεν ήξεραν ότι μπορούν να διαγράψουν το χρέος τους και να πάρουν πίσω το ακίνητο τους, συμμετέχοντας στις δημοπρασίες που οργανώνει ο Δήμος, και σε τιμές που ξεκινάνε από τα 500 δολάρια.
Δημοπρασίες-πακέτα από 500 δολάρια το ακίνητο!
Τέτοιες ιδιοκτησίες βγήκαν σε ένα πρώτο γύρο δημοπρασιών τον Σεπτέμβριο και το τίμημα που ζητούσε ο Δήμος ήταν όσο οι οφειλόμενοι φόροι και λοιποί λογαριασμοί. Στον δεύτερο γύρο, όμως τον Οκτώβριο, αμετάκλητα εξαιρέθηκαν όλα τα χρέη και η τιμή εκκίνησης απλώς κάλυπτε τις γραφειοκρατικές δαπάνες του Δήμου για την κάθε ιδιοκτησία, δηλαδή μερικές εκατοντάδες δολάρια.
Ο γύρος αυτός ολοκληρώθηκε στις 28 Οκτωβρίου και η ζήτηση ήταν τέτοια που υπήρχαν τελικές προσφορές για 100 σπίτια ανά 15 λεπτά. Πολλοί προσπάθησαν να βοηθήσουν – μεμονωμένα ή οργανωμένα- και άρχισαν να συγκεντρώνουν χρήματα για πάρει πίσω ο κόσμος τα ακίνητα του και από την άλλη σε όσους δεν έφτασε η συμπαράσταση, έφτασαν «προσφορές» από τοκογλύφους γύπες, που βρήκαν την ευκαιρία να πουλήσουν γρήγορα δάνεια, φυσικά με πολύ υψηλό επιτόκιο. Και όχι μόνο.
Πριν δυο χρόνια, μια 96χρονη γυναίκα που είχε και την φροντίδα της 65χρονης ανάπηρης κόρης της, έχασε το σπίτι της, χωρίς καμία προειδοποίηση. Το αγόρασε ένας τοκογλύφος σε δημοπρασία για 1.300 δολάρια. Τον επόμενο Ιανουάριο ο νέος ιδιοκτήτης την απείλησε μεν με έξωση, αλλά προσφέρθηκε να της πουλήσει πίσω το σπίτι της για 19.000 δολάρια. Μετά από την παρέμβαση μη κερδοσκοπικής οργάνωσης, ο τοκογλύφος μείωσε κατά 6.000 την τιμή. Το σπίτι πουλήθηκε πίσω στην πρώην ιδιοκτήτρια του και το κέρδος για τον «επενδυτή» ήταν 11.700 γρήγορα, εύκολα δολάρια.
Γρήγορο ήταν και το κέρδος «επενδυτή», που απέκτησε σε online δημοπρασία 6.350 παλαιά, εγκαταλελειμμένα ακίνητα – από αυτά που ο Δήμος κάνει “πακέτα” και τα διαθέτει μαζικά- για 3.183.500 δολάρια. Από αυτά 2.000 είναι οικόπεδα, 3.000 ακίνητα προς κατεδάφιση και 1.000 σπίτια που επισκευάζονται.
Ο επιχειρηματίας, ο Χερμπ Στράδερ, πρώην επενδυτής σε καζίνο, διαπιστώθηκε εκ των υστέρων ότι και αυτός χρωστάει στην εφορία τουλάχιστον 300.000 δολάρια. Υποστήριξε όμως ότι «χρήματα υπάρχουν» – και στην δική του τσέπη και σε αυτές των συνεταίρων του – και με δάκρυα στα μάτια υποσχέθηκε να συνεργαστεί με την τοπική κοινωνία και την εκκλησία για την ανοικοδόμηση του Ντιτρόιτ. Δεν τον πίστεψαν πολλοί. Ο Στράδερ δεν μπόρεσε να δώσει ένα χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση των σχεδίων του και φαίνεται ότι επαφίεται στην οικονομική ενίσχυση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για να προχωρήσει. Επιπλέον, όπως έγινε γνωστό, η εταιρεία του έχασε τέσσερα ακίνητα φέτος από κατασχέσεις, άλλα 85 κινδυνεύουν, έχει μια μήνυση σε εκκρεμότητα για απλήρωτο δάνειο 77.000 δολαρίων και φαίνεται ότι χρωστάει άλλα 24.000 από ενοίκια για ένα διαμέρισμα όπου ζούσε μέχρι το 2010, ενώ έχει μηνυθεί τουλάχιστον 5 φορές από το 2000 και μετά σε ομοσπονδιακά δικαστήρια για διάφορες σκοτεινές και αποτυχημένες συμφωνίες.
Εν τω μεταξύ, περιμένοντας τη σωτηρία από ανθρώπους σαν τον Στράδερ, οι τοπικές αρχές ξεπουλάνε: 17.196 ακίνητα δόθηκαν σε δημοπρασίες τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο συνολικά για 66 εκατομμύρια δολάρια. Πέρσι 10.745 ιδιοκτησίες άλλαξαν χέρια και το κέρδος για τον Δήμο του Ντιτρόιτ ήταν 61 εκατομμύρια.
