Μόλις που προλάβαμε ν’ ακούσουμε το σφύριγμα, κι ο ήχος αποδυνάμωσε και χάθηκε ξαφνικά. Τώρα πια η ταχεία πέρασε χωρίς να σταματήσει, και κάποιος έμεινε στην αποβάθρα του σταθμού να μουρμουρίζει ακατανόητες φράσεις για τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων, με την κρυφή πεποίθηση ότι θα πρέπει να περιμένει το λεωφορείο.
Ερχόταν από δεξιά και πήγαινε αριστερά το τρένο που πέρασε από μπροστά μας; Ή αντίθετα;
Δεν άκουσαν όλοι το σφύριγμα, όλοι όμως κατάλαβαν ότι τρένα δεν περνάνε πια και θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν άλλα, ευτελέστερα μεταφορικά μέσα. Η «Αριστερά» δεν εγκατέλειψε τον σταθμό, αλλά βολεύτηκε στην αίθουσα αναμονής. Περιμένει καρτερικά στην «έξοδο» ξεφυλλίζοντας ωράρια, περιοδικά, κάνοντας «όνειρα», παίρνοντας πού και πού και κανέναν υπνάκο.
Την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, στον ελληνικό ορίζοντα είχαν συσσωρευτεί τα σύννεφα που αλλού θα έφερναν μαζί τους θύελλες. Εφτανε όμως να ρίξεις μια ματιά στον ουρανό για να καταλάβεις ότι ήταν ένα καλοκαιρινό μπουρίνι και μόνο. Αν κοιτούσαμε καλύτερα, θα μπορούσαμε να πιστέψουμε πως είμαστε κοντά στη συντέλεια του κόσμου.
Βέβαια, ορισμένα σημάδια της θύελλας υπήρχαν: ένα κράτος υπό διάλυση, μια οικονομία μεταξύ ανάπτυξης και συμπίεσης, μια κοινωνία που αναπολούσε την τρίτη βιομηχανική επανάσταση, χωρίς κανένας να το καταλάβει, μια διάχυτη αβεβαιότητα για το μέλλον, με αδάμαστο το φάντασμα της ανεργίας και της κοινωνικής εξαθλίωσης, ένα πολιτικό σύστημα μπλοκαρισμένο, διαβρωμένο, ανόητο, φοβερά επιφυλακτικό, μια νεολαία σε φυγή, ανάμεσα στην ανεργία και το πανεπιστήμιο, με τις «καινούργιες ανάγκες» και τις παλιές πρωτοπορίες σε αναστάτωση.
Πράγματα περασμένα, αλλά πώς μπορούμε να ξεχάσουμε Γκουαταρί, Μαρξ, Φουκό, ή τον Νίτσε αλειμμένο πάνω στον Λένιν, με μια μικρή δόση από Ανιες Χέλερ για νοστιμιά;
Ηταν δύσκολο να συμβιβάσουμε την αγωνιώδη κουλτούρα του «προσωπικού», τον προγραμματικό αναρχισμό, την ατομικότητα, μ’ εκείνη την εκφυλισμένη πολιτική σκέψη. Περισσότερο και από δύσκολα φαινόταν αδύνατο.
Το σύννεφο πέρασε, αφήνοντας μερικές σταγόνες βροχής. Τώρα εξαφανίζεται γρήγορα στον ορίζοντα. Κι όμως, τίποτε δεν είναι όπως παλιά. Ζούμε μετά από κάτι που δεν υπήρξε. Αλλάζουμε σελίδα, και στην καινούργια συναντάμε σχεδόν τις ίδιες λέξεις, σχεδόν τις ίδιες φράσεις, σχεδόν τα ίδια σημεία στίξης. Δεν είναι η πρώτη φορά στον τόπο μας, όπου όλα ξαναρχίζουν, από την αρχή, χωρίς κάποιο γεγονός να έχει χαράξει μια διαχωριστική γραμμή.
Δεν υπερεκτιμώ αυτά που συνέβησαν εκείνη τη δεκαετία. Δεν ήταν κάτι το σοβαρό και πόσο μάλλον μια θύελλα. Αλλά, σε μια χώρα που ζει με τα ψέματα, ακόμη και οι φάρσες και οι ιλαροτραγωδίες μετράνε. Και για να ακριβολογούμε, εκείνο το γεγονός που δεν έγινε, δημιούργησε ένα ψεύτικο θαύμα, από τη στιγμή που καταφέραμε να μείνουμε αυτό που είμαστε: μια Χώρα αρκετά… δημοκρατική, αρκετά… πολιτισμένη, αρκετά… «δυτική», αρκετά σμπαραλιασμένη, αρκετά ταπεινωμένη, αρκετά μπουχτισμένη, αρκετά έκπληκτη από τη βαρβαρότητα που σέρνει πίσω της -μέσα από την τρυφερότητά της- αλλά και αρκετά αδιάφορη και έτοιμη να υποστεί τα πάντα.
*Ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ
