Ομόνοια. Σαββατόβραδο, οχτώ παρά τέταρτο. Γωνιακό κτίριο, με παράλληλη στο πεζοδρόμιο στοά, έναντι άλλοτε φαρμακείου Μπακάκου. Βαδίζω αμέριμνος στη στοά και… τρομάζω: μηχανάκι, που δεν το είδα (και πώς να το δω;), ανέβαινε από το πεζοδρόμιο την Αγ. Κωνσταντίνου, μπήκε στη στοά, τη στιγμή που έβγαινα από αυτήν, και παραλίγο να… συγκρουστούμε. «Σιγά ρε φίλε…» πρόλαβα να φωνάξω στον νεαρό οδηγό, που αμφιβάλλω αν με είχε αντιληφθεί∙ αν αντιλήφθηκε έναν πεζό, που βάδιζε στη στοά, την οποία αυτός διέσχισε… καβάλα.
Ο «φίλος» έστρεψε (καβάλα, όπως οι… Κολοκοτρωναίοι) να δει ποιος φώναξε, όταν ήδη είχε βγει στην Ομόνοια. Εριξε βλέμμα… φλογερής αδιαφορίας, που περιείχε τα πάντα, από το «δε μας παρατάς ρε φίλε» μέχρι το «έχε χάρη που σέβομαι την ηλικία σου», εκτός από «συγγνώμη» (λέξη εξαιρετικά σπάνια στις μέρες μας) και (μιας και στην ηλικία δεν έπεσε και πολύ έξω…) ώχετο απιών∙ νεοελληνιστί: μην τον είδατε!
Προσπάθησα να βρω κατανόηση στους δύο καταστηματάρχες της στοάς, που είχαν βγάλει τις καρέκλες μπροστά στα μαγαζιά τους και κουβέντιαζαν. «Τον είδατε; Παραλίγο να με βρίσει κι από πάνω!» είπα. Δεν έβγαλαν μιλιά. Θες δεν πρόσεξαν; Θες έχουν μπουχτίσει από τέτοια περιστατικά καθημερινά στην Ομόνοια; Θες από αναδουλειά ή βαρεμάρα; Κούνησαν μόνο το κεφάλι (περίπου όπως το κουνάει ο γραμματέας του ΟΗΕ Μπαν Κι Μουν, τώρα με την ΑΟΖ στην Κύπρο και την έξοδο του ερευνητικού τουρκικού «Μπαρμπαρός»…) και συνέχισαν την κουβέντα.
Δεν έγινε και τίποτα, εδώ που τα λέμε. Χιλιάδες ανάλογες, ασήμαντες σκηνές εκτυλίσσονται, εντός και στα πέριξ της Ομονοίας και αλλαχού των Αθηνών και άλλων Ελληνίδων πόλεων, καθημερινώς. Δεν γίνεται και τίποτα. Ούτε ο ουρανός γκρεμίζεται ούτε η γη σείεται. Πλέον ούτε οι σεισμοί γίνονται αντιληπτοί. Λες και φορέσαμε αντισεισμική θωράκιση, όπως φοράμε σώβρακα. Καλό μήνα…
