Τη διάθεση του βουλευτή των Ανεξάρτητων Ελλήνων να εγκαταλείψει τους Ανεξάρτητους Έλληνες και να δεχθεί παντός είδους ανταλλάγματα για να δώσει θετική ψήφο, από το περασμένο καλοκαίρι, ισχυρίστηκε στην κατάθεσή του στον εισαγγελέα Π. Παναγιωτόπουλο, ο καταγγελλόμενος από τον βουλευτή, επενδυτικός σύμβουλος Γιώργος Αποστολόπουλος.
Ο κ. Αποστολόπουλος, στην ανωμοτί κατάθεση που έδωσε το Σάββατο ως ύποπτος για τη διάπραξη κακουργήματος, υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων βουλευτής του εκμυστηρεύτηκε σε μία από τις συχνές συναντήσεις που είχαν, πως λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, θα δεχόταν χρηματισμό ενόψει της προεδρικής εκλογής.
Ο κληθείς ως ύποπτος, υποστήριξε επίσης στον κ. Παναγιωτόπουλο ότι «προβόκαρε» τον βουλευτή για να διακριβώσει τα αληθινά κίνητρα του και να δείξει «το ηθικό χάλι του» και ότι επίσης ο κ. Χαϊκάλης του επαναλάμβανε στις συναντήσεις τους ότι ήθελε «να το σιγουρέψουμε κιόλας». Προς επίρρωση μάλιστα των ισχυρισμών του, ο κ. Αποστολόπουλος επικαλέστηκε στον εισαγγελέα, τις «αμφίσημες δηλώσεις» του βουλευτή, ειδικά δε εκείνη της 11ης Δεκεμβρίου, οπότε ο κ. Χαϊκάλης είχε δηλώσει πως θα ψηφίσει Πρόεδρο της Δημοκρατίας, προκειμένου να αποφευχθεί εθνική κρίση.
Ο κ. Αποστολόπουλος θεωρεί, σύμφωνα με όσα κατέθεσε στον εισαγγελέα, πως ο βουλευτής, «φοβήθηκε πως θα τον κατέγραφα και θα τον κατήγγειλα αρμοδίως» και τώρα επιχειρεί να ανατρέψει το ηθικό θέμα που τον βαρύνει. Σύμφωνα με τον καταγγελλόμενο, την επομένη της δήλωσής του περί πιθανής θετικής ψήφου του, ο κ. Χαϊκάλης έσπευσε να καταγγείλει απόπειρα χρηματισμού του χωρίς να κατονομάσει τον δράστη, γεγονός που κατά τον κ. Αποστολόπουλο «είναι απορίας άξιο».
Στην κατάθεσή του ο κ. Αποστολόπουλος αναφέρει επίσης, ότι είναι «αυτοαπασχολούμενος» και χαρακτηρίζει «απαύγασμα δολίων σκοπιμοτήτων που σκοπεύουν σε συγκυριακά κομματικά οφέλη» τις καταγγελίες Χαϊκάλη, επαναλαμβάνει ότι ο ίδιος δεν έχει σχέση με «βρώμικο παρασκήνιο ή βρώμικες πολιτικές σκέψεις» και κατηγορεί την πλευρά του καταγγέλλοντος ότι εκείνη διέπραξε κακουργήματα υποκλέπτοντας ιδιωτικές συζητήσεις χωρίς της άδεια των αρχών.
