Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν κρίνει κανείς από όσα έχουν διαρρεύσει, η πολυδιαφημισμένη τροποποίηση του Ν. 1264/82 περιορίζεται σε «μερεμέτια», και μάλιστα αμφιλεγόμενα. Δεν αγγίζει τον πυρήνα του συνδικαλιστικού προβλήματος στη χώρα μας. Διατηρεί, και μάλιστα εμπεδώνει, την κρατική χρηματοδότηση των συνδικάτων, αφού το Ελεγκτικό Συνέδριο θα ελέγχει τα οικονομικά τους σαν να πρόκειται για δημόσιες υπηρεσίες… Για τη δικαιολόγησή της έχει υποστηριχτεί ότι προέρχεται από εισφορές των μισθωτών, έστω υποχρεωτικές. Προέρχεται όμως και από ισόποσες εισφορές των εργοδοτών —πράγμα αδιανόητο και κατεξοχήν αθέμιτο για συνδικάτα. Γενικότερα διαιωνίζεται ο «κρατικός κορπορατισμός» που επέβαλε ο Ν. 1264. Η εισηγητική του έκθεση τότε αρνιόταν κατηγορηματικά την «παραχώρηση» (!) στους ενδιαφερομένους «απόλυτης ανεξαρτησίας στην επιλογή του τύπου οργάνωσης και της μορφής λειτουργίας των συνδικαλιστικών φορέων».

Οχι μόνο διατηρήθηκε από το παρελθόν μία αρχαϊκή δομή που συνεπάγεται ακραίο κατακερματισμό, αλλά και έγινε υποχρεωτική χωρίς δυνατότητα παρέκκλισης. Τη χαρακτηρίζει η αυθυπαρξία, νομική και οργανωτική, τριών επάλληλων επιπέδων: «πρωτοβάθμιο» (σωματείο), «δευτεροβάθμιο» (ομοσπονδία, δηλαδή ένωση σωματείων) και «τριτοβάθμιο» (συνομοσπονδία, δηλαδή ένωση ομοσπονδιών).

Στις δυτικές χώρες, χρειάζεται να ανατρέξει κανείς στις απαρχές του συνδικαλιστικού κινήματος τον 19ο αιώνα για να βρει παρόμοιο τοπικισμό και κατακερματισμό. Εκτοτε, υπάρχουν εκεί μόνο συνδικάτα ενιαία σε εθνική κλίμακα, με τοπικά τμήματα ή παραρτήματα χωρίς αυτοτέλεια. Αυτό ισχύει ακόμη και όπου διατηρείται η ιστορική ονομασία «ομοσπονδία». Επιπλέον, αυτά τα ενιαία συνδικάτα είναι κατά προτίμηση «κλαδικά» (industrial unions), δηλαδή επιδιώκουν να συμπεριλάβουν όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς όλων των επιχειρήσεων κάθε κλάδου (π.χ. της μεταλλουργίας).

Σημείο σύγκλισης ποικίλων ρευμάτων και εμπειριών, το ενιαίο κλαδικό συνδικάτο αποτελεί από καιρό παγκόσμιο πρότυπο συνδικαλιστικής οργάνωσης. Οχι στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα, απαγορεύεται από τον Ν. 1264! Επιτρέπονται μόνο κλαδικές ομοσπονδίες και κλαδικά πρωτοβάθμια σωματεία.

Για να γίνει περισσότερο κατανοητή η ελληνική ανωμαλία, αρκεί η σύγκριση με το άλλο άκρο, που είναι η Αυστρία. Εκεί, η κορυφαία συνδικαλιστική οργάνωση ÖGB αποτελείται σήμερα από μόλις επτά (7) ενιαία κλαδικά συνδικάτα, που δεν είναι καν αυτοτελή νομικά πρόσωπα. Υπάρχει δηλαδή ένα και μοναδικό «αναγνωρισμένο σωματείο» (η ÖGB) για όλους τους μισθωτούς.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, για τον ίδιο σκοπό υπάρχουν σήμερα σχεδόν 4.000! Περίπου 3.700 πρωτοβάθμια σωματεία και 200 δευτεροβάθμιες οργανώσεις της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Ενώ διατήρησε, και μάλιστα «πάγωσε», την αρχαϊκή οργανωτική δομή, ο Ν. 1264 καινοτόμησε επιβάλλοντας την αναλογική ως υποχρεωτικό εκλογικό σύστημα. Μέχρι τη δεκαετία του 1980, τα σωματεία είχαν απόλυτη ελευθερία να επιλέξουν εκλογικό σύστημα στις αρχαιρεσίες τους.

Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλα επέλεγαν ή πάντως αποδέχονταν το πλειοψηφικό με «ενιαίο ψηφοδέλτιο», δηλαδή κατάλογο όλων των υποψηφίων, από τον οποίο εκλέγονται όσοι συγκεντρώσουν περισσότερες ψήφους («σταυρούς»).

Κατά συνέπεια, τα μέλη είχαν την ελευθερία να επιλέγουν τους καταλληλότερους, ακόμη και όταν υπήρχαν πολιτικές ταυτότητες, συνδυασμοί ή και παρατάξεις. Αριστεροί συνδικαλιστές με προσωπικό κύρος ψηφίζονταν σταθερά ακόμη και από ακραιφνείς δεξιούς συναδέλφους τους, που εύλογα τους θεωρούσαν καταλληλότερους —όχι παρά την ιδεολογία τους, αλλά αντίθετα εξαιτίας της.

Στο μέτρο που δεν ίσχυε αυτή η ελευθερία επιλογής των πιο κατάλληλων, η έλλειψή της δεν οφειλόταν πάντως στο πλειοψηφικό σύστημα, αλλά σε παρεμβάσεις (αστυνομικές, δικαστικές ή άλλες), καλπονοθείες κ.ο.κ. Ανωμαλίες δηλαδή που μπορούσαν να περιοριστούν, όπως πράγματι περιορίστηκαν μετά το 1974, χωρίς μεταβολή του εκλογικού συστήματος.

Το ΠΑΣΟΚ όμως επικαλέστηκε τις ατασθαλίες του παρελθόντος για να επιβάλει νομοθετικά την αναλογική σαν να ήταν το μοναδικό «δημοκρατικό» εκλογικό σύστημα. Ο σκοπός δεν ήταν γενικά και αόριστα ο «εκδημοκρατισμός», όπως διαφημίστηκε, αλλά η διευκόλυνση της άλωσης των συνδικάτων από καθαρά κομματικές παρατάξεις. Δεν είναι άξια απορίας η διακομματική συναίνεση που σταδιακά εδραιώθηκε στη συνέχεια, αφού η αναλογική σήμανε την ολοκληρωτική διάβρωση και χειραγώγηση των συνδικάτων από εξωτερικούς κομματικούς μηχανισμούς.

Παρά τους σχετικούς ισχυρισμούς, αυτό δεν υπήρξε απλή αναγνώριση μιας προϋπάρχουσας τάχα κατάστασης πραγμάτων. Αντίθετα, επέβαλε αναγκαστικά κομματικές διαιρέσεις ακόμη και εκεί όπου δεν υπήρχαν ή δεν είχαν σημασία προηγουμένως, καταστρέφοντας έτσι τη συνοχή όλων των οργανώσεων, ακόμη και των πιο μικρών.

Τελικά η οργάνωση απομένει άδειο και απονεκρωμένο κέλυφος —χωρίς δική της υπόσταση και ζωή ανεξάρτητη από τις παρατάξεις. Εγκλωβισμένες στο προκρούστειο καλούπι του Ν. 1264 χωρίς καμία δυνατότητα διαφυγής, καταδικασμένες από αυτό σε διαρκή δυσλειτουργία, αναποτελεσματικότητα και κομματική χειραγώγηση, οι περισσότερες συνδικαλιστικές οργανώσεις (και προπαντός οι κορυφαίες, δηλαδή οι «τριτοβάθμιες») απαξιώθηκαν σταδιακά αλλά ακατάσχετα και περιέπεσαν τελικά σε πλήρη ανυποληψία.

Δεν είναι δουλειά του νόμου να οργανώνει συνδικάτα. Η τροποποίηση του Ν. 1264 δεν χρειάζεται να σχεδιάσει μία άλλη δομή. Αρκεί να άρει την υποχρεωτικότητα και να αποδώσει στους εργαζόμενους αυτό που τους στέρησαν το 1982: την «απόλυτη ανεξαρτησία στην επιλογή του τύπου οργάνωσης και της μορφής λειτουργίας των συνδικαλιστικών φορέων».

*Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών