Οσο διάβαζα την ποιητική συλλογή του Γιάννη Σκορδά, «στάρμπορντ» (εκδόσεις Θίνες, 2026), σκεφτόμουν ότι είναι ευτύχημα να υπάρχουν νέες ποιητικές φωνές με ευαισθησία και σεβασμό στο γυναικείο φύλο, οι οποίες ταυτόχρονα μας αποκαλύπτουν πώς μια γενιά –οι millennial στην περίπτωσή μας– αντιμετωπίζει προσωπικά, κοινωνικά και άλλα ζητήματα.
Το εξώφυλλο του βιβλίου, όπου συναντούμε μια λεπτομέρεια από το πρόσφατο έργο του Βασίλη Αποστολόπουλου «Μεσόγειος» (2025, ακρυλικό σε καμβά), έρχεται να συμπληρώσει αρμονικά και αισθητικά το βιβλίο.
Η συλλογή αποτελείται από δύο ενότητες με ισάριθμα σχεδόν ποιήματα: «χωρίς αντηλιακό» και «μετά την παράταση χτυπάνε τα πέναλτι». Τα ποιήματα είναι ως επί το πλείστον σύντομα και σε ελεύθερο στίχο. Ο λόγος είναι λιτός και λειτουργεί σαν μια χαμηλόφωνη συνομιλία με την καθημερινή ζωή. Οι στίχοι, άλλοτε με μεταφορές και άλλοτε με κυριολεξίες, με υπαινιγμούς, λεπτή ειρωνεία, σαρκασμό και λεκτικά παιχνίδια, όπως π.χ. αλυκή, χώρα των θαυμάτων (σ. 17, «η πλάτη σου») ή γιατί επέστρεψες (σ. 28, «Ρότερνταμ – Αθήνα»), επικοινωνούν τις σκέψεις και τα συναισθήματα του Σκορδά και πλέκουν το προσωπικό του ύφος. Πρόκειται για μια ποίηση εξομολογητική, μια χαρτογράφηση προσωπικής γεωγραφίας με όχημα τον έρωτα –ή έστω με αυτόν ως καύσιμο.
Στη ναυτική ορολογία το στάρμπορντ είναι η δεξιά πλευρά του πλοίου, όπως κοιτάζει κανείς την πλώρη. Στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής ο ποιητής αναρωτιέται πώς δύο άνθρωποι θα συναντηθούν επάνω στο πλοίο αν δεν μπορούν να συμφωνήσουν για το ποια είναι η δεξιά και ποια η αριστερή πλευρά του, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει στην αποτυχία της συνάντησης. Το ποίημα (σ. 21) καταλήγει λέγοντας ότι για εκείνους που περνούν τη ζωή τους στο πλοίο / θα ήταν πολύτιμος χρόνος χαμένος η ερώτηση «σε ποια μεριά του πλοίου είσαι;». Επομένως, αν το πλοίο είναι η ίδια η ζωή, το στάρμπορντ είναι ο τρόπος που κοιτάζουμε τον κόσμο γνωρίζοντας ταυτόχρονα τη θέση μας σ’ αυτόν. Κατ’ επέκταση, η επιτυχία μια «συνάντησης» εξαρτάται από το αν κοιτάζουμε προς την ίδια κατεύθυνση.
Η συλλογή είναι μια περιήγηση στα μέρη μέσα από τον έρωτα. Η διάκριση των δύο ενοτήτων περιγράφει τη μετάβαση ή, καλύτερα, τη μετατόπιση στον χώρο και στον χρόνο, από μια κατάσταση χωρίς αντηλιακό, όπου ο ποιητής βρίσκεται εκτεθειμένος στις βλαβερές ακτίνες του ήλιου, δηλαδή στον έρωτα, βιώνοντας τις συνέπειες αυτής της έκθεσης, στην παράταση, στο τέλος του παιχνιδιού, όπου το αποτέλεσμα θα κριθεί στα πέναλτι.
Στα ποιήματα του πρώτου μέρους, όπως τα «μια σημαία είναι» (σ. 11), «ικαριώτικο πανηγύρι» (σ. 15) κ.ά., ο ποιητής μέσα από τελετουργίες συνδυασμένες με άγριες εικόνες και θαλασσινά τοπία μας περιγράφει την αγωνία και τις δυσκολίες του έρωτα, υπενθυμίζοντας ότι μόνο οι τολμηροί και όσοι σέβονται τη φύση αξίζει να προχωρήσουν: Ορμάς στο ιερό / προσκυνάς (σ. 13, «στο ιερό του Να»).
Στο «μετά την παράταση χτυπάνε τα πέναλτι» ο Σκορδάς έχει πλέον επιστρέψει στην Αθήνα. Περιηγείται στα προάστια, στο κέντρο, στη νέα του γειτονιά, επιχειρώντας να βρει έναν τόπο να τον χωρά. Κουβαλάει τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, τον καλοκαιρινό έρωτα και συνεχίζει να βλέπει τον κόσμο γύρω του με κριτική ματιά, χρησιμοποιώντας ενίοτε σαρκαστικό ύφος: πάω να μείνω στο δάσος / μέχρι κι αυτό να λαμπαδιάσει / να πασπαλίσουμε ζάχαρη στάχτη / το πρωινό κέικ πορτοκάλι (σ. 30, «προάστια»).
Μιλάει για την αστική ζωή, τον τρόπο που βιώνεται σήμερα ο έρωτας, τον κόσμο που κινείται φαστ φόργουορντ. Η αναφορά στο γλυπτό του Βαρώτσου απέναντι απ’ το Χίλτον στο ποίημα «δρομέας» (σ. 43) περιγράφει ακριβώς αυτή την αδυναμία των σύγχρονων ανθρώπων να απεγκλωβιστούν από την ασφυξία της πόλης –«το σώμα μου είναι έτοιμο να σπάσει», μας λέει – αφού τα πόδια τους εξακολουθούν να είναι κολλημένα στο τσιμέντο.
Με το τελευταίο ποίημα της συλλογής, το «overwhelming» (σελ. 44), ο ποιητής επανέρχεται στον έρωτα. Η παραδοχή «μου λείπεις», για λόγους λειτουργικότητας στον τελευταίο στίχο, είναι μια τρυφερή εξομολόγηση και η διαπίστωση της σημασίας του έρωτα στη ζωή των ανθρώπων. Δεν ξέρω βέβαια τι συνέβη στα πέναλτι, αλλά όσοι διαβάσουν τα ποιήματα του Γιάννη Σκορδά θα βγουν σίγουρα κερδισμένοι.
