Η πολιτική οικονομία βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κυρίαρχες μορφές, το κράτος πρόνοιας και τον νεοφιλελευθερισμό. Ιστορικά το κράτος πρόνοιας είναι συνδεδεμένο με τη μεταπολεμική περίοδο 1945-1979, ενώ ο νεοφιλελευθερισμός υπερίσχυσε στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Τα βασικά χαρακτηριστικά που καθορίζουν το κράτος πρόνοιας είναι ο δημόσιος έλεγχος υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, ο ρυθμιστικός ρόλος του κράτους στις αγορές και η επιδοματική πολιτική. Αντιθέτως, ο νεοφιλελευθερισμός και η λογική της εκτεταμένης αγοράς απαιτούν κρατική λιτότητα, απορρύθμιση, αλλά και την υποταγή ολοένα περισσότερων τομέων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Η περίοδος από την οικονομική κρίση του 2008, συμπεριλαμβανομένης της υγειονομικής κρίσης του ιού Covid-19, και έπειτα χαρακτηρίστηκε από μικτές μορφές πολιτικής οικονομίας. Η αντίδραση στις κρίσεις πραγματοποιήθηκε με κρατική παρέμβαση σε ρυθμιστικό και δημοσιονομικό επίπεδο. Δεν υπήρξε ωστόσο απομάκρυνση από την κυριαρχία των αγορών και τη λογική του κέρδους.
Κατά συνέπεια οι ευρωπαϊκές οικονομίες συνεχίζουν να βιώνουν χαμηλές ετήσιες αυξήσεις ΑΕΠ καθοδηγούμενες από μειωμένη ιδιωτική επένδυση, ανεργία και εργασιακή φτώχεια, αποδυνάμωση εργασιακής δημοκρατίας και περαιτέρω παγίωση κοινωνικών ανισοτήτων.
Ο «μαντσεστερισμός», που είναι κοινωνικοπολιτική θεωρία συνδεδεμένη με το Μάντσεστερ και τον Άντι Μπέρναμ, προτείνει ως λύση την αποκατάσταση ενός παραγωγικού κράτους το οποίο αναλαμβάνει τον έλεγχο στρατηγικών τομέων της οικονομίας. Αυτό επιτυγχάνεται με υιοθέτηση και επέκταση δημοκρατικών και μη κερδοσκοπικών επιχειρηματικών δομών σε συνεργασία με δήμους και περιφέρειες.
Πρόκειται για επιχειρησιακές δομές που λογοδοτούν όχι στα οικονομικά συμφέροντα και τον πλουτισμό μετόχων, αλλά στο ευρύ κοινό με τελικό στόχο τη μείωση της ακρίβειας. Οι δομές αυτές δύνανται να ανταγωνίζονται το ιδιωτικό κεφάλαιο και να οδηγούν στη διάσπαση καρτέλ τιμών, κοινωνικοποιώντας τις συνθήκες παραγωγής και πλάθοντας τις προϋποθέσεις για μια δίκαιη και βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη.
Μια υγιής πολιτική οικονομία δεν είναι αυτή που αντιμετωπίζει τα συμπτώματα των κρίσεων αλλά τις αιτίες τους. Επί μήνες η σύγκρουση στο Ιράν επηρεάζει την τιμή του πετρελαίου προκαλώντας γενικότερες αυξήσεις τιμών οι οποίες γίνονται αισθητές οριζόντια. Τα νοικοκυριά χαμηλότερων εισοδημάτων άρα εγκλωβίζονται στη διάθεση ολοένα και μεγαλύτερου μέρους του εισοδήματός τους σε στέγαση, ενέργεια, ύδρευση, μεταφορά κοκ. Η ανέχεια συνάμα διχάζει και καλλιεργεί τον ρατσισμό και τον εθνικισμό. Το παραγωγικό κράτος ωστόσο δύναται να αντιστρέψει αυτή τη λογική υπηρετώντας έναν πολιτικό οικουμενισμό διεύρυνσης βασικών αγαθών ως καθολικά διαθέσιμων και αντιστρέφοντας τη στροφή προς τα δεξιά.
Το παραγωγικό κράτος δεν αντιμετωπίζει κρίσεις μόνο με επέμβαση στην υποστήριξη της ζήτησης με μέτρα όπως επιδόματα, αλλά συμμετέχει και με τον ρόλο του παραγωγού και επενδυτή στην οικονομία με στόχο τη σταθεροποίηση των τιμών και την επίτευξη λαϊκής ευημερίας.
*Δημοτικός σύμβουλος του Εργατικού Κόμματος στο Νότιγχαμ
