Владислава Пеева (Βλαντισλάβα Πέεβα)*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στην οικονομική επιστήμη, λίγες έννοιες είναι τόσο αντιδιαισθητικές και ταυτόχρονα τόσο διαχρονικές όσο το «Παράδοξο του Τζέβονς».

Διατυπωμένο ήδη από τον 19ο αιώνα από τον Βρετανό οικονομολόγο Γουίλιαμ Στάνλεϊ Τζέβονς, υποστηρίζει ότι η τεχνολογική πρόοδος, η οποία αυξάνει την αποδοτικότητα ενός πόρου, δεν οδηγεί τελικά σε μείωση αλλά σε αύξηση της συνολικής κατανάλωσής του. Ο λόγος είναι απλός: η μεγαλύτερη αποδοτικότητα μειώνει το πραγματικό κόστος της υπηρεσίας, γεγονός που αυξάνει σημαντικά τη ζήτησή της.

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, η Βουλγαρία έχει εξελιχθεί σε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του παραδόξου. Μόνο την τελευταία πενταετία διατέθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των επιχειρήσεων, των μεταφορών και των νοικοκυριών, ενώ προηγουμένως δισεκατομμύρια ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό είχαν διοχετευθεί σε προγράμματα θερμομόνωσης πολυκατοικιών.

Ο στόχος ήταν σαφής: να βοηθηθεί η πιο ενεργοβόρα οικονομία της ΕΕ να μειώσει την κατανάλωση ενέργειας και το ανθρακικό της αποτύπωμα, προσεγγίζοντας τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Ωστόσο, το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διαχειριστή του Συστήματος Ηλεκτρικής Ενέργειας (ESO), κατά τους πρώτους πέντε μήνες του 2026 η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα αυξήθηκε κατά 7,18% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους. Το ενεργειακό κόστος στις μεταφορές αυξάνεται, ενώ η επίδραση του εκτεταμένου προγράμματος ενεργειακής αναβάθμισης πολυκατοικιών είναι σχεδόν αόρατη στα μακροοικονομικά στοιχεία.

Πώς, όμως, οι ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις οδήγησαν σε μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας;

Αντιδράσεις στα βουλγαρικά σπίτια

Τα δισεκατομμύρια που επενδύθηκαν στη θερμομόνωση των πολυκατοικιών δεν οδήγησαν σε μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης. Ο λόγος είναι ότι πολλοί ιδιοκτήτες ανακαινισμένων κατοικιών δεν εξοικονόμησαν ενέργεια, αλλά βελτίωσαν το επίπεδο άνεσής τους.

«Αν προηγουμένως διέθεταν έναν συγκεκριμένο προϋπολογισμό για λογαριασμούς ενέργειας, συνεχίζουν να δαπανούν το ίδιο ποσό, αλλά πλέον απολαμβάνουν υψηλότερη θερμοκρασία στο σπίτι τον χειμώνα ή περισσότερη δροσιά το καλοκαίρι», εξηγεί στο Mediapool ο Ντραγκομίρ Τσάνεφ, διευθυντής του Κέντρου Ενεργειακής Απόδοσης EnEffect.

Αντί να μειώσουν τους λογαριασμούς τους, οι πολίτες άρχισαν να θερμαίνουν χώρους που προηγουμένως παρέμεναν ψυχροί, ενώ πολλοί επένδυσαν σε κλιματιστικά για το καλοκαίρι. Η τάση αυτή ενισχύθηκε από ευρωπαϊκά προγράμματα αντικατάστασης παλαιών ξυλόσομπων και λεβήτων στερεών καυσίμων με αντλίες θερμότητας και κλιματιστικά.

Παρότι το πρόγραμμα «Περιβάλλον» κατέγραψε εξοικονόμηση 101 GWh το 2024 λόγω της μειωμένης χρήσης άνθρακα στα νοικοκυριά, τα νέα κλιματιστικά επιβάρυναν το ηλεκτρικό δίκτυο.

Στην αύξηση της κατανάλωσης συνέβαλαν επίσης:

  • η οικονομική ανάπτυξη 3,4% το 2024,
  • η μετακίνηση οικογενειών σε μεγαλύτερες κατοικίες,
  • η ραγδαία αύξηση των ηλεκτρικών συσκευών στα νοικοκυριά.

«Αν πριν από δέκα χρόνια μόνο το 5% των νοικοκυριών διέθετε πλυντήριο πιάτων, σήμερα το ποσοστό έχει φτάσει το 15%», σημειώνει ο Ιβάιλο Αλεξίεφ, διευθυντής της Υπηρεσίας Βιώσιμης Ενεργειακής Ανάπτυξης.

Η στατιστική εικόνα των «εξοικονομήσεων»

Παρά τα αισιόδοξα επίσημα στοιχεία, η μεθοδολογία παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες.

Σύμφωνα με την αρμόδια υπηρεσία, το 2024 επιτεύχθηκε εξοικονόμηση σχεδόν 674 GWh σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτής της μείωσης δεν προήλθε από πραγματική βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, αλλά από την κατάρρευση των καθαρών εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας της Βουλγαρίας.

Όταν μειώνονται η παραγωγή και οι εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, περιορίζονται αυτόματα και οι απώλειες στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής. Αυτές οι «τυχαίες» εξοικονομήσεις καταγράφονται ως επιτυχία των διαχειριστών του δικτύου, χωρίς να αντιστοιχούν σε πραγματικές επενδύσεις.

Το πρόβλημα επιδεινώνεται από την απουσία ενιαίας μεθοδολογίας. Κάθε φορέας χρησιμοποιεί δικά του μοντέλα υπολογισμού, τα οποία πιστοποιούνται από εξωτερικούς ελεγκτές ή συμβούλους, γεγονός που δημιουργεί κινδύνους:

  • τεχνητής διόγκωσης των αποτελεσμάτων,
  • διπλής καταγραφής των ίδιων μέτρων,
  • έλλειψης επαλήθευσης ότι οι καταγεγραμμένες εξοικονομήσεις ανταποκρίνονται στην πραγματική κατανάλωση.

Μια βιομηχανία δύο ταχυτήτων

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η μοναδική ουσιαστική πρόοδος σημειώθηκε στη βιομηχανία, όπου η ενεργειακή απόδοση βελτιώθηκε κατά 26% μεταξύ 2010 και 2024.

Ωστόσο, πριν από λίγες ημέρες η Eurostat δημοσίευσε διαφορετικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η συνολική ενεργειακή κατανάλωση της βουλγαρικής βιομηχανίας μειώθηκε μόλις κατά 0,9% την ίδια περίοδο, κατατάσσοντας τη χώρα στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την εξοικονόμηση ενέργειας στη βιομηχανία.

Παρά τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων για τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού, η οικονομική ανάπτυξη απορροφά τα ενεργειακά οφέλη.

Επιπλέον, πολλές μεγάλες επιχειρήσεις εγκατέστησαν περίπου 100 MW μονάδων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για ιδιοκατανάλωση, μειώνοντας τις απώλειες μεταφοράς. Ωστόσο, η συνολική κατανάλωση εξακολουθεί να αυξάνεται.

Ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις διατηρούν πολιτικές ενεργειακής διαχείρισης, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις συχνά εγκαταλείπουν αυτές τις πρακτικές μόλις λήξει η περίοδος παρακολούθησης των ευρωπαϊκών έργων.

Ως αποτέλεσμα, η βουλγαρική οικονομία εξακολουθεί να καταναλώνει περίπου τριπλάσια ενέργεια από τον μέσο όρο της ΕΕ για την παραγωγή ενός ευρώ ΑΕΠ.

Η «μαύρη τρύπα» των μεταφορών

Η χειρότερη εικόνα παρατηρείται στις μεταφορές.

Εκεί όχι μόνο δεν σημειώνεται πρόοδος, αλλά η ενεργειακή κατανάλωση αυξήθηκε κατά 12%.

Αυτό οφείλεται κυρίως:

  • στην αύξηση των ιδιωτικών αυτοκινήτων,
  • στην ανάπτυξη των οδικών μεταφορών,
  • στη συνεχιζόμενη υποχώρηση του σιδηροδρόμου στις εμπορευματικές και επιβατικές μεταφορές.

Παράλληλα, εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ που διατέθηκαν μέσω του προγράμματος «Περιβάλλον 2021-2027» για την αντικατάσταση παλαιών πετρελαιοκίνητων αστικών λεωφορείων με ηλεκτρικά ή σύγχρονα τρόλεϊ δεν φαίνεται να έχουν οδηγήσει σε ουσιαστική μείωση της κατανάλωσης καυσίμων.

Εξάρτηση από τις επιχορηγήσεις και απουσία ελέγχου

Σύμφωνα με τους ειδικούς, το βασικό διαρθρωτικό πρόβλημα του βουλγαρικού μοντέλου συνοχής είναι ότι δημιούργησε πλήρη εξάρτηση από τις επιχορηγήσεις και δεν κατάφερε να αναπτύξει πραγματικά κίνητρα για ιδιωτικές επενδύσεις.

Ο Ντραγκομίρ Τσάνεφ επισημαίνει ότι, παρά τα δισεκατομμύρια που δαπανήθηκαν για την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, δεν διατέθηκε ούτε ένα ευρώ για την αξιολόγηση της πραγματικής εξοικονόμησης ενέργειας ή της ποιότητας των έργων.

Η κρατική πολιτική εγκατέλειψε επίσης την υποχρεωτική ενεργειακή πιστοποίηση των κτιρίων. Τα ενεργειακά πιστοποιητικά, τα οποία θα έπρεπε να συνοδεύουν τις αγοραπωλησίες ακινήτων, σήμερα δεν έχουν ουσιαστική αξία και αντιμετωπίζονται ως μια ακόμη γραφειοκρατική επιβάρυνση.

Την ίδια στιγμή, περισσότερο από το 90% του κατοικημένου κτιριακού αποθέματος αποτελείται από μονοκατοικίες, οι οποίες παραμένουν εκτός των μεγάλων προγραμμάτων ανακαίνισης, παρά το σημαντικό δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας.

Οι ειδικοί του EnEffect προτείνουν τη δημιουργία ενός κεντρικού μητρώου ενεργειακών εξοικονομήσεων, ώστε να υπάρχει διαφάνεια σχετικά με το ποιες εξοικονομήσεις προέρχονται από πραγματικές επενδύσεις και ποιες από προσωρινές λειτουργικές ή συμπεριφορικές αλλαγές.

Η Βουλγαρία έχει δεσμευθεί έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μειώσει την τελική κατανάλωση ενέργειας κατά 31,67% έως το 2030, ενώ τα δημόσια κτίρια θα πρέπει να προσεγγίσουν σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας.

Ωστόσο, η πραγματικότητα απέχει σημαντικά από αυτόν τον στόχο. Στον τομέα των υπηρεσιών και των δημόσιων κτιρίων, η ενεργειακή ένταση είναι σήμερα 4,4% υψηλότερη σε σχέση με πριν από δεκατέσσερα χρόνια.

Οι ειδικοί καταλήγουν ότι, όσο οι μεταρρυθμίσεις υλοποιούνται μόνο υπό την πίεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και βασίζονται αποκλειστικά σε επιχορηγήσεις, οι στόχοι για το 2030 θα παραμείνουν ανέφικτοι. Χωρίς αυστηρότερο διοικητικό έλεγχο, κεντρική καταγραφή των πραγματικών εξοικονομήσεων και μηχανισμούς αγοράς που θα κινητοποιούν ιδιωτικά κεφάλαια, τα ευρωπαϊκά δισεκατομμύρια θα συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την αύξηση της άνεσης των πολιτών, αλλά όχι την ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας.

* Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος «Παρατηρητήριο Συνοχής», στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Δημοσιεύτηκε αρχικά στην ενημερωτική βουλγάρικη ιστοσελίδα MediaPool, η οποία συνεργάζεται με την Εφημερίδα των Συντακτών.

Πώς η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδότησε το… «Παράδοξο του Τζέβονς» στη Βουλγαρία

■ Συντελεστές του «Παρατηρητηρίου Συνοχής» της «Εφ.Συν.» είναι η Χριστίνα Κοψίνη και ο Αλέξανδρος Χασάνι.

Πώς η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδότησε το… «Παράδοξο του Τζέβονς» στη Βουλγαρία