ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παύλος Μεθενίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Προ ημερών, ο κ. Μητσοτάκης, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στην Πολιτική Επιτροπή του κόμματος, απευθύνθηκε στον κ. Κυρανάκη, τον νεοεκλεγέντα διά βοής γραμματέα της, λέγοντάς του: «Ξέρεις καλά ότι δεν σε περιμένει ένα σύντομο sprint, αλλά ένας απαιτητικός μαραθώνιος μέχρι τις εκλογές του 2027». Ο πρωθυπουργός, απευθυνόμενος στον Κωνσταντίνο Κυρανάκη, του ζήτησε να «πατήσει γκάζι» για τη νίκη, γιατί «είμαστε στην τελική ευθεία και κάθε μέρα μετράει».

Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας λέει πως «γκάζι» είναι το φωταέριο, επίσης το εργοστάσιο παραγωγής φωταερίου, αλλά και ο μηχανισμός που λειτουργεί με πίεση του ποδιού (στα αυτοκίνητα) και ρυθμίζει την παροχή καυσίμου και την ταχύτητα του οχήματος. Ο κ. Μητσοτάκης προφανώς συνέστησε στον νέο γραμματέα του κυβερνώντος κόμματος να επιταχύνει, να πατήσει γκάζι στο νεοδημοκρατικό όχημα, διότι αυτό που φαίνεται στο βάθος, και πλησιάζει γρήγορα και αναπόφευκτα, είναι η εκλογική γραμμή τερματισμού.

Όμως, το ωραίο είναι πως αυτό το «γκάζι», που το πατάμε στα αυτοκίνητα και «το δίνουμε» ή «το ανοίγουμε» στις μοτοσικλέτες για να τρέξουν γρηγορότερα, παράγεται από το «gaz», μια γαλλική λέξη του 12ου αιώνα, με αρχική προέλευση από το αρχαιοελληνικό «χάος»… Ο όρος «gaz» πλάστηκε για να δηλώσει μια μάζα απροσδιόριστης ποσότητας και συνθέσεως, σύμφωνα με το Λεξικό. Όμως, η ιστοσελίδα etymoline.com είναι πιο λεπτομερειακή: λέει πως τη λέξη «gas», που είναι η απόδοση στα παλαιά ολλανδικά της λέξης «khaos» (χάος), την πρωτοχρησιμοποίησε στα μέσα του 17ου αιώνα ο Ολλανδός χημικός Βαν Χέλμοντ, πιθανότατα επηρεασμένος από τον Παράκελσο (τον γνωστό αλχημιστή του 16ου αιώνα), για να δηλώσει την απόκρυφη έννοια των «κατάλληλων στοιχείων των πνευμάτων», ή του «υπερ-αραιωμένου νερού», όπως όριζε τα αέρια στοιχεία γενικά ο Βαν Χέλμοντ.

Στα τέλη του 18ου αιώνα η λέξη «gas» έφτασε να ορίζει το «καύσιμο μίγμα ατμών», με αρχική σημασία το αέριο του άνθρακα. Εδώ να σημειώσουμε πως το «γκάζι», το γνωστό φωταέριο, που από τα τέλη του 19ου αιώνα φώτισε την Αθήνα (εξ ου και «φωταέριο»), παραγόταν από την καύση λιθάνθρακα στο Εργοστάσιο Φωταερίου, στο γνωστό «Γκάζι» του Κεραμεικού. «Γκαζ» επίσης σήμαινε το αναισθητικό αέριο για τις χειρουργικές επεμβάσεις, αλλά και το δηλητηριώδες αέριο, που άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, η λέξη «gas» ήταν η συντομογραφία της λέξης «gasoline», δηλαδή της βενζίνης, του καυσίμου για τα αυτοκίνητα.

Από το ουσιαστικό «γκάζι», το αέριο, ή γενικά το καύσιμο, υγρό ή αέριο, έχουμε πολλά παράγωγα: το γκαζάκι, το μικρό δοχείο βουτανίου (που είναι μόνο για καφέ…), το γκαζάδικο, δηλαδή το δεξαμενόπλοιο, την γκαζιέρα για το μαγείρεμα, την γκαζόζα (το ανθρακούχο αναψυκτικό), τον γκαζοντενεκέ (το ορθογώνιο δοχείο από λαμαρίνα), αλλά και την γκαζιά, δηλαδή την επιτάχυνση του οχήματος με το άνοιγμα του γκαζιού, και βέβαια τον γκαζιάρη, εκείνον που οδηγεί γρήγορα και επικίνδυνα.

Αυτός μας φέρνει στην αρχική προέλευση της λέξης, στο χάος, που σημαίνει, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, το άπειρο του Διαστήματος, την άβυσσο, το βάραθρο και μεταφορικά την κατάσταση πλήρους συγχύσεως και αταξίας, τον χαμό, την ακαταστασία. Όπου δεν είναι απίθανο να οδηγηθούμε ως χώρα, εάν διάφοροι θυμοειδείς γκαζιάρηδες πατάνε γκάζι στα κομματικά οχήματά τους για να τερματίσουν πρώτοι, σώνει και ντε.