Στο βιβλίο «Η σεζόν», η συγγραφέας Κωνσταντίνα Τσουκαλά-Σταθάκη, που ασχολείται και επαγγελματικά με τον τουρισμό, περιγράφει γλαφυρά και με αιχμηρές παρατηρήσεις την εργασιακή συνθήκη όσων εργάζονται εποχικά στην τουριστική βιομηχανία. Ανάμεσα στα πολλά και ενδιαφέροντα, μιλάει για τις πρώτες της εμπειρίες ως σερβιτόρα στη Ζάκυνθο και περιγράφει τις στρατηγικές των μεγάλων αλυσίδων, λ.χ. της Marriott που διαθέτει 8.000 ξενοδοχεία σε όλο τον κόσμο.
Γράφει, ενδεικτικά: «Θεωρεί πως οι επισκέπτες ενός από τα πιο πολυτελή μπραντ αναζητούν δύο διαφορετικές καταστάσεις, θέλουν οι ξενοδοχειακές υπηρεσίες τους να είναι αυτόχθονες (indigenous) και σπάνιες (rare). Πώς μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο στη Ζάκυνθο όπου ανά τακτά διαστήματα ξεσπούν επιδημίες λεπτοσπείρωσης λόγω της υπερχείλισης των λυμάτων; Δεν μπορεί, είναι η απάντηση. Οι τουρίστες όμως θα συνεχίσουν να απολαμβάνουν όσο τίποτα τα “Greek nights” των ξενοδοχείων. Τους αρέσει να χορεύουν γύρω από φωτιές αναμμένες με οινόπνευμα δίπλα σε επαγγελματίες χορευτές που τους βοηθούν να μιμηθούν τα βήματα του χορού παριστάνοντας πως διασκεδάζουν. Η μόνη προϋπόθεση είναι η τουριστική υπηρεσία, δηλαδή οι εργαζόμενοι στον τουρισμό να επιτελούν την εικόνα του ντόπιου. Να παρέχουν τη δυνατότητα της μίμησης».
Θα προσθέταμε ότι αυτός που επιτελεί την εικόνα του ντόπιου δεν χρειάζεται καν να είναι ντόπιος. Μας είπαν πρόσφατα για το εντυπωσιακό θέαμα ενός γητευτή κόμπρας στην Ινδία, ο οποίος όμως κατόπιν αποδείχθηκε ότι ήταν… Ελληνας. Κατά τον ίδιο τρόπο αυτός που χορεύει «συρτάκι» δεν χρειάζεται να είναι Ελληνας, μόνο να τον παριστάνει.
Ομοίως ο τουρίστας, δεν χρειάζεται να είναι χαρούμενος, πρέπει όμως να παριστάνει τον χαρούμενο έτσι ώστε στο τέλος να το πιστέψει και ο ίδιος. Οι τουρίστες πηγαίνουν είτε κατά μόνας είτε ομαδικά, μπροστά σε μνημειακά κτίρια και βγάζουν σέλφι. Προ ημερών στα Χανιά, μια τριανταπεντάχρονη τουρίστρια έπαιρνε πόζα έχοντας τη Μητρόπολη στο φόντο, με το ένα πόδι ελαφρά λυγισμένο, στηριζόμενη στα ακροδάχτυλα και έχοντας τη φτέρνα στον αέρα. Τέντωσε το κορμί, φόρεσε το πιο ωραίο της χαμόγελο, και μόλις η φιλενάδα της πάτησε το κλικ της φωτογραφικής μηχανής, επανέφερε πάραυτα το πόδι στην κανονική του θέση, καμπούριασε ελαφρά και σκυθρώπιασε στο δευτερόλεπτο, συνεχίζοντας με τη συνοδοιπόρο της μια δύσκολη κουβέντα που μόλις είχαν διακόψει για να απαθανατιστεί μια στιγμή «ευτυχίας» προορισμένη για τα κοινωνικά δίκτυα.
Ολοι παίζουν θέατρο, ποικίλα μάλιστα είδη, ο εργαζόμενος με το αφεντικό του αλλά και με τον εαυτό του, ότι έχει μια καλή εποχική δουλειά, ο τουρίστας ότι κάνει κάτι ενδιαφέρον, ο ιδιοκτήτης ενός καταστήματος, ξενοδοχείου ή εστιατορίου ότι διοικεί με επιτυχία μια επιχείρηση. Η πραγματικότητα είναι συχνά πολύ διαφορετική αλλά όλοι κάνουν τον… Κινέζο. Το θέατρο κρατάει περίπου μέχρι τις 10 το βράδυ, που οι περισσότεροι τουρίστες αποσύρονται στα δωμάτιά τους. Το τι γίνεται στους ιδιωτικούς χώρους τουριστών, εργαζομένων, επιχειρηματιών, είναι άγνωστό. Υποψιαζόμαστε όμως ότι κι εκεί οι περισσότεροι θα υποδύονται ότι κοιμούνται ήσυχα και ευχαριστημένοι.
