Η πρώτη ανάμνηση που μου ήρθε στο μυαλό όταν άρχισα να σκέφτομαι τι να γράψω σε αυτό το τεύχος των «Νησίδων» που είναι αφιερωμένο στην μπάλα ήταν η ανάκληση της κάθε Κυριακής: τον χειμώνα γυρνώντας από την Κηφισιά όπου οι γονείς μάς πήγαιναν για γλυκό στον Βάρσο μετά την επίσκεψη στον μικρό ζωολογικό κήπο που ήταν δίπλα στον ηλεκτρικό σταθμό και τα καλοκαιρινά απογεύματα που γυρνούσαμε από τις θαλασσινές βουτιές στα Λιμανάκια.
Και οι δύο εκδοχές των αναμνήσεων κυριαρχούνταν από τη φωνή του Γιάννη Διακογιάννη.
Η «Αθλητική Κυριακή» ήταν το κυριακάτικο ραντεβού γονιών και παιδιών -ηθελημένα ή μη, τότε δεν σε ρώταγε κανείς γονιός τι θέλεις να κάνεις, απλώς παρευρισκόσουν στην οικογενειακή τελετουργία- ανεξαρτήτως φύλου της γενιάς μου, συνάντηση που τραγουδήσαμε άπαντες όταν ο Λουκιανός αποτύπωσε τη συλλογική μας μνήμη στο «Αρχίζει το ματς»: «[…] Πω πω γουστάρω/ Να βλέπω κασκόλ/ Να βλέπω σημαίες/ Να μπαίνουνε γκολ/ Πώς μας ενώνει/ Και πώς μας δονεί/ Του Διακογιάννη η φωνή».
Όμως πηγαίνοντας λίγο πιο πίσω στην ηλικία των αναμνήσεων θυμήθηκα το παιχνίδι με τα παιδιά στην αλάνα της γειτονιάς. Στον από κάτω από το σπίτι δρόμο είχαν κλείσει το ποτάμι που διέσχιζε την περιοχή -«Βουρλοπόταμος» λεγόταν τότε- και είχε δημιουργηθεί μια επίπεδη επιφάνεια χώματος που εξυπηρετούσε όλα μας τα παιχνίδια. Μήλα, «σκατουλάκια», κυνηγητό, ρακέτες, γκαζές, κρυφτό, βόλεϊ και φυσικά ποδόσφαιρο.
Σε τρία τετράγωνα με ελάχιστα σπίτια να φιλοξενούνται στην καρδιά τους και όσα τα σπίτια τόσα και τα κορίτσια, με στόχο πάντα το παιχνίδι, υπήρχε συνεργασία και συντροφικότητα από όλες τις ηλικίες. Παίζαμε όλοι μαζί χωρίς καμία διάκριση ή εξαίρεση. Και η μπάλα ήταν στο παρόν μας σε όλα τα μεγέθη και με ό,τι υλικό – δεν άντεχαν οι τσέπες των γονιών της γειτονιάς για πολλές μπάλες. Αν σου έπαιρναν μία και χαλούσε, τότε η αντικατάσταση δεν ήταν η λύση. Γι’ αυτό και ως παιδιά ξέραμε να αποκαθιστούμε ζημιές. Η επιδεξιότητα είχε σταθερή θέση στη φαντασία μας και στα χέρια μας, όπως άλλωστε και οι πληγές σε αγκώνες, σε γόνατα και στα «καλάμια» των ποδιών μας όσων τουλάχιστον συμμετείχαν σε σκληρές σώμα με σώμα αντιπαραθέσεις.
Φωνές, βρισιές αυτοσχέδιες όπως και οι μπάλες, καβγάδες και νεύρα, με τις αφοριστικές προτάσεις «δεν ξαναπαίζω μαζί σας» να έχουν διάρκεια μικρότερη μιας ανάσας, δάκρυα ανάκατα με το γέλιο της αποδοχής όταν ο κουμανταδόρος των παιχνιδιών σε αγκάλιαζε από τους ώμους και σε ξανάβαζε στο παιχνίδι.
Το πάθος και ο πόθος της αποδοχής, η ανάγκη της συμμετοχικής καθημερινότητας, η φιλία, η ευρηματικότητα, η δημιουργία, οι διαλεκτικές αντιπαραθέσεις, όλα συναντιούνταν και κλωνάριζαν στο χωμάτινο σώμα του παιχνιδιού. Τότενες, που έλεγε η Μικρασιάτισσα γιαγιά μου, έτσι προετοιμαζόμασταν για τη ζωή.
