Η απολογιστική έκθεση των πεπραγμένων του ΟΔΔΗΧ για το έτος 2025 καταγράφει ότι το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης μειώθηκε λίγο συγκριτικά με το τέλος του 2025, αλλά το χρέος της Κεντρικής Διοίκησης αντίθετα αυξήθηκε επίσης λίγο. Στη μεγάλη εικόνα το σύνολο του δημοσίου χρέους δεν μειώθηκε σε απόλυτα μεγέθη τα προηγούμενα χρόνια παρά τις πρόωρες αποπληρωμές.
Η μείωση του λόγου χρέος/ΑΕΠ για την οποία υπερηφανεύεται η κυβέρνηση οφείλεται στην αύξηση του παρονομαστή, ο οποίος όμως δεν αποτυπώνει μια ουσιώδη αναπτυξιακή πορεία, αλλά μια διόγκωση του «εσωτερικού τζίρου» της οικονομίας η οποία οφείλεται εν πολλοίς στον πληθωρισμό.
Μέρος της διόγκωσης αποτυπώνεται στα υπερέσοδα του Δημοσίου από τους έμμεσους φόρους πάνω στις πληθωριστικές τιμές των διαφόρων αγαθών. Το χρηματοοικονομικό επίτευγμα της κυβέρνησης το πληρώνει με ιδρώτα και πόνο ο Ελληνας πολίτης, την ίδια ώρα που παλεύει να σηκώσει κεφάλι από την υπερδεκαετή εσωτερική υποτίμηση της χρεοκοπίας και των μνημονίων.
Το ζήτημα δεν είναι αν η Ελλάδα εξαντλεί σε κρίσιμες περιόδους τα ταμειακά της διαθέσιμα. Η ετήσια αναχρημοτοδότηση του χρέους επιφέρει ένα όφελος από μείωση των τόκων, καθώς οι νέες εκδόσεις του ΟΔΔΗΧ γίνονται με μειωμένα spreads. Αν όμως το όφελος αυτό από κάθε ετήσια αποπληρωμή 2-3 δισ. είναι π.χ. 0,5 δισ., τότε αυτή η στρατηγική δεν είναι επωφελής για την οικονομία και τη χώρα. Και τούτο γιατί αυτά τα 2-3 δισ. θα μπορούσαν να γίνουν στοχευμένες δημόσιες επενδύσεις σε τομείς και κλάδους που θεωρούμε στρατηγικά ότι πρέπει να αναπτυχθούν και μάλιστα με πολλαπλασιαστικό αναπτυξιακό όφελος πολύ μεγαλύτερο του 0,5 δισ.
Το ζήτημα λοιπόν είναι η ανάπτυξη και το κοινωνικό κράτος. Μήπως η τόσο «βελτιωμένη» επί διακυβέρνησης του επαιρόμενου γι’ αυτήν Μητσοτάκη ελληνική οικονομία αδυνατεί να παράξει πολλαπλασιαστικό όφελος; Και γιατί ένα μέρος του αζήτητου υπερπλεονάσματος που παράγεται με ιδρώτα και πόνο των Ελλήνων δεν μπορεί να αξιοποιηθεί για ανάπτυξη, δημόσια assets και κοινωνικό κράτος;
Η πρόωρη αποπληρωμή χρέους δίνει πλαστό άλλοθι στο αφήγημα της δημοσιονομικής στενότητας, που συνιστά τη βασική επιχειρηματολογία της κυβέρνησης για να δικαιολογήσει τον εκφυλισμό του κοινωνικού κράτους και τις ιδιωτικοποιήσεις. Δρομολογείται η ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κι έτσι μηδενίζεται ο αδύναμος τις τελευταίες δεκαετίες ρόλος της παιδείας ως πολιτικού εργαλείου κοινωνικής κινητικότητας. Λόγω υποχρηματοδότησης εκχωρείται σε ιδιώτες μέρος των υπηρεσιών των δημοσίων νοσοκομείων.
Η υγεία και παιδεία είναι στόχος ιδιωτικών κεφαλαίων στις αναπτυγμένες κοινωνίες εδώ και 15-20 χρόνια, διότι συνιστούν ανελαστικές ανάγκες των σύγχρονων κοινωνιών και η επένδυση σε αυτούς τους τομείς είναι από τις πιο σίγουρες σε μια εποχή επανειλημμένων οικονομικών κρίσεων.
Στόχος της Ν.Δ. είναι η ολοκλήρωση του σκληρά ταξικού πολιτικού της σχεδίου, που υπηρετεί μια χούφτα ολιγαρχών και την εγχώρια ελίτ τραπεζιτών, εφοπλιστών, κλινικαρχών, σχολαρχών και μεγαλοξενοδόχων εις τρόπον ώστε η διαμορφωνόμενη κατάσταση να είναι μη αναστρέψιμη.
Μέρος του σχεδίου είναι και η ιδιωτικοποίηση εταιρειών στρατηγικής σημασίας. Εχει συμβεί στην πλειοψηφία των ενεργειακών εταιρειών και δρομολογείται στους λοιπούς τομείς της Κοινής Ωφέλειας οι οποίοι επίσης αφορούν βασικές ανάγκες και αγαθά. Σημειωτέον ότι στην τρέχουσα φάση μια ιδιωτικοποίηση διαμορφώνει μια πολύ δύσκολα αναστρέψιμη κατάσταση, ακόμα κι αν η κυβέρνηση που την κάνει κυβερνήσει για μόνο μία τετραετία. Αυτό συνιστά μια μεγάλη πολιτική στρέβλωση.
Προβάλλουν την αμφιλεγόμενη χρημαοτοοικονομική αριστεία παράλληλα με τη δημοσιονομική στενότητα ως άλλοθι για τις καταστροφικές για τη χώρα και την κοινωνία σκληρά ταξικές πολιτικές τους, χωρίς να αξιοποιούν την ευελιξία του νέου δημοσιονομικού κανονισμού 2024/1263.
Ολα τα παραπάνω θα έπρεπε να είναι μέρος του κεντρικού αφηγήματος όλων των κομμάτων/φορέων της προοδευτικής αντιπολίτευσης, παλιών και νέων. Και πάνω σε αυτά να δοκιμάζεται επί της ουσίας τόσο η σύγκλιση των πολιτικών τους όσο και η εντιμότητα της προοδευτικής πρότασής τους. Η εντιμότητά τους θα κριθεί στην πράξη με βάση τρία κριτήρια.
Πρώτον, τη στάση τους στην επιχειρούμενη «συνταγματοποίηση της νέας Μεταπολίτευσης» με νεοφιλελεύθερους όρους και πλαίσιο που θα δρομολογήσει ο Μητσοτάκης junior στο επόμενο διάστημα. Δεύτερον, στην ειλικρινή προσπάθεια αναίρεσης των τετελεσμένων Μητσοτάκη και των μη αναστρέψιμων καταστάσεων. Τρίτον, στη στάση τους απέναντι στην εγχώρια οικονομική ελίτ και στους σύγχρονους ολιγάρχες της χώρας, οι οποίοι εδώ και χρόνια βγάζουν υπέρογκα κέρδη, οι περισσότεροι αποκλειστικά στις πλάτες των Ελλήνων πολιτών.
*Μηχανολόγος μηχανικός, συντονιστής της Ν.Ε. ΔΕΚΟ ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., μέλος της γραμματείας του Τμήματος Ενέργειας-Περιβάλλοντος ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.
